Ραγδαίες είναι οι εξελίξεις γύρω από το αποτρόπαιο διπλό φονικό που συγκλόνισε τον Λόγγο Αιγίου, καθώς τα νέα ευρήματα των Αρχών ξεσκεπάζουν μια μεθοδευμένη προσπάθεια αλλοίωσης του τόπου του εγκλήματος.
Παρά το γεγονός ότι ο 65χρονος Ιταλός σύζυγος και πατριός των θυμάτων έχει κριθεί προφυλακιστέος και εμμένει στην αθωότητά του, τα επιστημονικά δεδομένα από τα εγκληματολογικά εργαστήρια δείχνουν ξεκάθαρα πως η μονοκατοικία μετατράπηκε σε ένα «σκηνοθετημένο» σκηνικό τρόμου, με αποκλειστικό στόχο τον αποπροσανατολισμό των αστυνομικών ερευνών.Σύμφωνα με επίσημες πηγές της ΕΛ.ΑΣ., ο δράστης επιχείρησε να κατασκευάσει ένα ψευδές σενάριο αλληλοεξόντωσης μεταξύ της 54χρονης Μαρίας και του γιου της, Ολύμπιου.
Στο πλαίσιο αυτό, εντοπίστηκαν αποτυπώματα της άτυχης γυναίκας πάνω στο όπλο τύπου φλόμπερ και σε έναν φορητό υπολογιστή, αποτυπώματα όμως που χαρακτηρίζονται ως «τεχνητά», καθώς στα χέρια της δεν ανιχνεύθηκε το παραμικρό ίχνος πυρίτιδας.
Την ίδια στιγμή, οι Αρχές εντόπισαν διάσπαρτες κηλίδες αίματος σε διάφορα σημεία του σπιτιού, τις οποίες κάποιος είχε προσπαθήσει εναγωνίως να σβήσει. Το πιο κραυγαλέο στοιχείο, ωστόσο, αφορά ένα κουζινομάχαιρο που βρέθηκε κρυμμένο κάτω από τη σορό της 54χρονης, το οποίο ήταν επιμελώς σκουπισμένο και εντελώς «καθαρό» από δακτυλικά αποτυπώματα.
Όλα αυτά τα ευρήματα γκρεμίζουν συθέμελα τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ο οποίος υποστήριζε στην απολογία του ότι κοιμόταν την ώρα του κακού και άφησε να εννοηθεί ότι η σύζυγός του, λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, σκότωσε το παιδί της και στη συνέχεια αυτοκτόνησε.
Η απολογία του κατηγορουμένου, το ύποπτο πλύσιμο και οι έρευνες με ειδικές χρωστικές ουσίες
Από την πλευρά του, ο 65χρονος αλλοδαπός δηλώνει συντετριμμένος από την απώλεια της οικογένειάς του και κάνει λόγο για έναν άδικο «πόλεμο λάσπης» στον δημόσιο λόγο.
Στην απολογία του επέμεινε ότι η σχέση τους ήταν γεμάτη αγάπη και ότι ο ίδιος είχε αναλάβει όλα τα έξοδα νοσηλείας της γυναίκας του στο παρελθόν, ενώ αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιοδήποτε οικονομικό ή κληρονομικό κίνητρο.
Για να ενισχύσει το προφίλ της υποτιθέμενης αυτόχειρος, ισχυρίστηκε ότι η σύζυγός του έπασχε από βαριά κατάθλιψη και αλκοολισμό, αποκαλύπτοντας μάλιστα πως μια εβδομάδα πριν το φονικό είχε επιχειρήσει να κόψει τις φλέβες της.
Όσον αφορά ένα δικό του ρούχο που βρέθηκε φρεσκοπλυμένο στην αυλή, ο ίδιος το απέδωσε σε ένα χρόνιο γαστρεντερικό πρόβλημα, αποκλείοντας την ύπαρξη αίματος.Ωστόσο, η αστυνομική έρευνα κινείται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, με τη συμμετοχή δύο ειδικών κλιμακίων από την Αθήνα.
Όπως αποκάλυψε ο αστυνομικός συντάκτης των Νέων και του Βήματος Βασίλης Λαμπρόπουλος, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια ειδική χρωστική ουσία (τύπου Luminol) και κατάφεραν να ξεσκεπάσουν «αόρατα» ίχνη αίματος σε χώρους του σπιτιού μακριά από το σημείο εντοπισμού των σορών.
Τα ίχνη αυτά φαίνεται να προέρχονται από τα παπούτσια και τα ρούχα του δολοφόνου, ο οποίος καθάριζε το σπίτι κατά το μεσοδιάστημα από την τέλεση του εγκλήματος μέχρι την ειδοποίηση των Αρχών.
Μάλιστα, ο 65χρονος δεν κάλεσε την Αστυνομία αμέσως, αλλά ειδοποίησε έναν στενό του φίλο, ο οποίος αναμένεται να δώσει νέα, κρίσιμη κατάθεση. Τα εγκληματολογικά εργαστήρια πραγματοποιούν τώρα κατεπείγουσες αναλύσεις DNA στις κρυφές αυτές κηλίδες, προκειμένου να «δέσουν» ακλόνητα την ενοχή του δράστη, με τους αξιωματικούς να αποκλείουν πλέον κατηγορηματικά την ύπαρξη οποιουδήποτε συνεργού.
Αίγιο: Η σορός του Ολύμπιου «μιλά» – Ποιος είναι ο δολοφόνος και γιατί αφού τον σκότωσε τον σκέπασε;
Τριάντα ημέρες μετά το διπλό φονικό που συγκλόνισε το Αίγιο, η υπόθεση εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο των ερευνών, καθώς τα μέχρι στιγμής στοιχεία όχι μόνο δεν έχουν κλείσει τον φάκελο της τραγωδίας, αλλά δημιουργούν ολοένα και περισσότερα ερωτήματα. Οι Αρχές επανεξετάζουν από την αρχή κάθε λεπτομέρεια, ενώ το τελικό πόρισμα του ιατροδικαστή αναμένεται να παίξει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Ο Ιταλός σύντροφος της άτυχης Μαρίας παραμένει προφυλακισμένος στις φυλακές Κορυδαλλού, ωστόσο τα αποτελέσματα που έχουν φτάσει μέχρι στιγμής από τα εγκληματολογικά εργαστήρια, σε συνδυασμό με νέα στοιχεία που ερευνώνται, φαίνεται πως δίνουν διαφορετική διάσταση στην υπόθεση.
Ένα από τα στοιχεία που έχει μπει στο μικροσκόπιο των αστυνομικών είναι το τηλεφώνημα που φέρεται να έκανε η μητέρα στον 26χρονο Ολύμπιο λίγο πριν εκείνος ταξιδέψει στο Αίγιο. Σύμφωνα με πληροφορίες, του είχε πει: «Με έχουν βάλει να σου κάνω κακό». Η συγκεκριμένη φράση εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς οι ερευνητές προσπαθούν να διαπιστώσουν αν κρύβει κάποιο στοιχείο που μπορεί να εξηγήσει όσα ακολούθησαν. Την ίδια ώρα, τα μέχρι στιγμής εργαστηριακά ευρήματα εξακολουθούν να αξιολογούνται.
Σύμφωνα με πληροφορίες, δεν έχει βρεθεί ματωμένο αποτύπωμα του Ιταλού μέσα στο σπίτι, ούτε γενετικό υλικό του πάνω στο όπλο ή στο μαχαίρι που εξετάζονται. Παράλληλα, δεν έχει εντοπιστεί πυρίτιδα στα χέρια του, ενώ κάτω από τα νύχια της Μαρίας βρέθηκε DNA του γιου της. Πρόκειται για στοιχεία που από μόνα τους δεν οδηγούν σε ασφαλή συμπεράσματα, όμως συνεκτιμώνται με όλα τα υπόλοιπα ευρήματα της δικογραφίας. Εξίσου σημαντικό θεωρείται και το τελικό πόρισμα του ιατροδικαστή, το οποίο ακόμη δεν έχει παραδοθεί. Μέχρι στιγμής πληροφορίες αναφέρουν ότι τα τραύματα που έφερε η μητέρα στο χέρι ήταν επιφανειακά και εξετάζεται το ενδεχόμενο να πρόκειται για δοκιμαστικούς αυτοτραυματισμούς. Παράλληλα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, δεν διαπιστώθηκαν αμυντικά τραύματα ούτε τραύμα στην πλάτη, ενώ οι μαχαιριές στο στήθος εμφανίζονται συγκεντρωμένες στο ίδιο σημείο.
Η σκεπασμένη σορός και τι «λέει» η εγκληματολογία
Υπάρχει, όμως, ακόμη ένα στοιχείο που έχει τραβήξει την προσοχή των ειδικών και θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό για την ανασύνθεση των τελευταίων στιγμών πριν από το έγκλημα. Πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο εντοπίστηκε η σορός του Ολύμπιου. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο 26χρονος βρέθηκε σκεπασμένος. Μια εικόνα που, σύμφωνα με όσα αναφέρει η διεθνής εγκληματολογική βιβλιογραφία, δεν περνά απαρατήρητη. Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις ανθρωποκτονιών θεωρείται ένδειξη ότι ο δράστης διατηρούσε στενό συναισθηματικό δεσμό με το θύμα. Οι ειδικοί περιγράφουν αυτή τη συμπεριφορά ως μια μορφή «μεταθανάτιας φροντίδας». Δηλαδή, μετά την πράξη, ο δράστης επιχειρεί να σκεπάσει τη σορό επειδή αδυνατεί να αντικρίσει το θύμα, αισθάνεται ενοχές ή ντροπή για όσα έκανε ή, ακόμη, ως μια τελευταία συμβολική πράξη προστασίας απέναντι σε έναν άνθρωπο με τον οποίο τον συνέδεε ισχυρός συναισθηματικός δεσμός.
Το συγκεκριμένο εύρημα δεν αποδεικνύει από μόνο του ποιος διέπραξε το έγκλημα και δεν αποτελεί στοιχείο ενοχής για κανέναν. Ωστόσο, οι αστυνομικοί το συνεκτιμούν με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης, καθώς ενδέχεται να συμβάλει στην κατανόηση του ψυχολογικού προφίλ του ανθρώπου που βρισκόταν απέναντι από τον Ολύμπιο τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Με την έρευνα να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και κρίσιμα πορίσματα να αναμένονται τις επόμενες ημέρες, οι Αρχές επιχειρούν να συνθέσουν ξανά, βήμα προς βήμα, το παζλ του διπλού φονικού που συνεχίζει να προκαλεί σοκ και να γεννά περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις.