Εξελίξεις στην στυγερή δολοφονία της Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος στην Κυψέλη επί της οδού Ευελπίδων. Ο κατηγορούμενος, ένας 26χρονος Αφγανός, βρίσκεται αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη για το αποτρόπαιο έγκλημα που εκτυλίχθηκε μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο που βρίσκεται στην περιοχή. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της έρευνας, ο 26χρονος ζήτησε επίσημα και έλαβε προθεσμία προκειμένου να ετοιμαστεί και να απολογηθεί ενώπιον των αρμόδιων αρχών για τις πράξεις που του καταλογίζονται.
Κυψέλη: Ένας ηλικιωμένος στο κάδρο του στυγερού εγκλήματος
Εναντίον του συγκεκριμένου προσώπου έχουν ήδη ασκηθεί βαρύτατες ποινικές διώξεις. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει περιλαμβάνουν την ανθρωποκτονία από πρόθεση, τη ληστεία, καθώς επίσης και παραβάσεις που σχετίζονται άμεσα με τη νομοθεσία περί όπλων. Παρά το βαρύ αυτό κατηγορητήριο, ο 26χρονος επιλέγει να αρνηθεί κατηγορηματικά την κατηγορία της ανθρωποκτονίας.
Ο βασικός του ισχυρισμός στηρίζεται στην εκδοχή ότι βρήκε τυχαία τη 38χρονη γυναίκα ήδη νεκρή τη στιγμή που εισήλθε στο μπάνιο του σπιτιού. Όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, εκείνη τη στιγμή κυριεύτηκε από απόλυτο τρόμο και πανικό, με άμεσο αποτέλεσμα να να προχωρήσει στη μεταφορά της σορού της, αντί να ειδοποιήσει αμέσως τους αστυνομικούς. «Δεν έκανα ποτέ κακό σε κανέναν. Ήμουν απλώς σε πανικό», φέρεται να δήλωσε χαρακτηριστικά κατά την εξέτασή του από τα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας.
Στις εξηγήσεις που έδωσε στους αστυνομικούς, ο κατηγορούμενος προχώρησε και σε άλλες προσωπικές αναφορές. Συγκεκριμένα, μίλησε για την οικογένειά του, κάνοντας ειδική αναφορά στο ανήλικο παιδί τους. Παράλληλα, έκανε αναφορά και στο συγκεκριμένο διαμέρισμα όπου διέμενε προσωρινά το 38χρονο θύμα. Το εν λόγω διαμέρισμα αποτελούσε χώρο που χρησιμοποιούνταν από συγκεκριμένη φιλανθρωπική οργάνωση με σκοπό τη φιλοξενία συνανθρώπων μας που είχαν αποδεδειγμένα ανάγκη από στέγη.
Αναλύοντας τα όσα συνέβησαν χρονικά, ο 26χρονος επικεντρώθηκε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα το βράδυ της 15ης Ιουλίου. Υποστήριξε ότι είχε αποχωρήσει νωρίτερα από μια παρέα φίλων με τους οποίους βρισκόταν, προκειμένου να επισκεφθεί το σπίτι όπου διέμενε η γυναίκα. Όταν έφτασε εκεί, αντίκρισε μια εικόνα που τον σόκαρε βαθύτατα. «Όταν άναψα τα φώτα και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο, παρατήρησα ότι η Λίσα ήταν πεσμένη στο πάτωμα του μπάνιου και έβγαζε κάτι σαν νερό από το στόμα της. Της μίλησα δυο τρεις φορές αλλά αυτή δεν απαντούσε. Πάγωσα. Μου κόπηκαν τα πόδια», περιέγραψε χαρακτηριστικά, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε έντρομος το διαμέρισμα χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν αρμόδιο φορέα ή την αστυνομία.
Κυψέλη: Η συνάντηση με τον ηλικιωμένο άνδρα στη στάση
Συνεχίζοντας την περιγραφή των γεγονότων, ο κατηγορούμενος ανέφερε μια παράξενη συνάντηση που είχε. Υποστήριξε ότι, λίγο μετά την αποχώρησή του από το σπίτι, συνάντησε εντελώς τυχαία έναν άγνωστο ηλικιωμένο άνδρα σε μια στάση λεωφορείου. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι τον ρώτησε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει σε αυτή τη δύσκολη θέση, με τον άγνωστο να τον συμβουλεύει να απομακρύνει τη σορό από το σπίτι για να μην μπλέξει σε περαιτέρω μπελάδες.
Ακολουθώντας τις συμβουλές που φέρεται να δέχτηκε, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι επέστρεψε στο διαμέρισμα την επόμενη κιόλας ημέρα. Εκεί, τοποθέτησε προσεκτικά τη σορό της Λίσα μέσα σε μια μαύρη βαλίτσα. «Πήρα την βαλίτσα και την έβαλα στο πορτ μπαγκάζ του κόκκινου Peugeot, που προηγουμένως είχα παρκάρει έξω από το σπίτι που σας λέω. Αυτό το αυτοκίνητο είναι της γυναίκας μου. Ξεκίνησα λοιπόν με το Peugeot, έφτασα κοντά στο σπίτι μου και το πάρκαρα», ανέφερε. Στη συνέχεια, κατέβηκε από το όχημα, αφαίρεσε τη βαλίτσα από το πορτ μπαγκάζ και περπάτησε μέχρι ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τον Πανελλήνιο. Εκεί συνάντησε ξανά τον ηλικιωμένο άνδρα, στον οποίο άφησε τη βαλίτσα κατόπιν συνεννόησης, αφού εκείνος του ζήτησε χρήματα ως αντάλλαγμα υποσχόμενος να αναλάβει την υπόθεση.
Τέλος, ο κατηγορούμενος προχώρησε σε επιπλέον παραδοχές, επιβεβαιώνοντας ότι αφαίρεσε τις τραπεζικές κάρτες καθώς και το κινητό τηλέφωνο της 38χρονης γυναίκας. Υποστήριξε μάλιστα ότι χρησιμοποίησε το κινητό της τηλέφωνο για να στείλει γραπτά μηνύματα στους οικείους της, με στόχο να τους πείσει ότι όλα ήταν καλά και ότι η ίδια βρισκόταν σε ασφαλή κατάσταση. Παράλληλα, ομολόγησε ότι πραγματοποίησε αναλήψεις χρημάτων χρησιμοποιώντας τις τραπεζικές της κάρτες, υποστηρίζοντας ότι τα χρήματα αυτά κατέληξαν τελικά στα χέρια του ηλικιωμένου άνδρα ο οποίος, όπως ισχυρίζεται, τον εκβίαζε συνεχώς.