Η Σύλβα Ακρίτα δεν υπήρξε απλώς μια πολιτικός, αλλά ένα σύμβολο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και της γυναικείας εκπροσώπησης στα κοινά. Η πορεία της ξεκίνησε σε μια εποχή που η συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική ήταν περιορισμένη, και η ίδια κατάφερε να σπάσει τα στερεότυπα, συνδέοντας το όνομά της με τις μεγάλες δημοκρατικές αλλαγές της χώρας μέσα από τη δημοκρατική παράταξη.
Η αντιδικτατορική δράση και η καταδίκη από το στρατοδικείο
Από τους πρώτους μήνες της δικτατορίας των συνταγματαρχών, η Σύλβα Ακρίτα επέλεξε τον δρόμο της αντίστασης. Εντάχθηκε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα μέσα από τις τάξεις του Πατριωτικού Μετώπου, αναλαμβάνοντας ηγετικό ρόλο στην οργάνωση. Η δράση της δεν πέρασε απαρατήρητη από το καθεστώς, το οποίο προχώρησε στη σύλληψή της.
Το έκτακτο στρατοδικείο την έκρινε ένοχη και την καταδίκασε σε δέκα χρόνια κάθειρξη, αναγνωρίζοντάς την ως ηγετικό στέλεχος της αντίστασης. Η στάση της κατά τη διάρκεια της φυλάκισης και η άρνησή της να συμβιβαστεί με το καθεστώς ενίσχυσαν το προφίλ της ως μιας γυναίκας με ακλόνητες δημοκρατικές αρχές και θάρρος.

Η ιστορική πρωτιά στις εκλογές του 1974
Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η Σύλβα Ακρίτα συμμετείχε στην ίδρυση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ), όντας ένα από τα ιδρυτικά του στελέχη. Στις πρώτες ελεύθερες εκλογές του 1974, έγραψε ιστορία καθώς εξελέγη βουλευτής, αποτελώντας την πρώτη γυναίκα βουλευτή στην ιστορία του Κινήματος.
Η παρουσία της στα έδρανα της Βουλής σηματοδότησε μια νέα εποχή για την πολιτική εκπροσώπηση στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της θητείας της, υπηρέτησε και ως υφυπουργός, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινωνικών πολιτικών που στόχευαν στην αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και την ισότητα των φύλων.
Η προσωπική ζωή και το συγκινητικό αντίο της Έλενας Ακρίτα
Η Σύλβα Ακρίτα γεννήθηκε το 1928 στη Θεσσαλονίκη και η ζωή της ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική ιστορία του τόπου. Παντρεύτηκε τον διακεκριμένο πολιτικό και λογοτέχνη Λουκή Ακρίτα, με τον οποίο απέκτησε την κόρη της, τη γνωστή δημοσιογράφο και βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Έλενα Ακρίτα.
Μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Σύλβα συνέχισε την πολιτική του παρακαταθήκη, ενώ στις εκλογές του 1967 ήταν η μοναδική γυναίκα υποψήφια της Ένωσης Κέντρου σε ολόκληρη την επικράτεια. Η κόρη της την αποχαιρέτισε με ένα λιτό και συγκινητικό μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Καλή αντάμωση μανούλα».
Η πολιτική παρακαταθήκη και η υστεροφημία της
Πολιτικοί κύκλοι και αναλυτές επισημαίνουν ότι η απώλεια της Σύλβα Ακρίτα κλείνει ένα σημαντικό κεφάλαιο της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Η διαδρομή της από τα στρατοδικεία της Χούντας μέχρι τα υπουργικά έδρανα αποτελεί παράδειγμα πολιτικής συνέπειας και αγωνιστικότητας για τις νεότερες γενιές.
Η Σύλβα Ακρίτα αφήνει πίσω της μια πλούσια κληρονομιά, όχι μόνο ως πολιτικός, αλλά και ως μια γυναίκα που άνοιξε δρόμους σε δύσκολες περιόδους. Η δημόσια προσφορά της και η αφοσίωσή της στις δημοκρατικές αξίες θα παραμείνουν ως σημεία αναφοράς στην ιστορία της ελληνικής κεντροαριστεράς και της κοινωνικής εξέλιξης της χώρας.
ΘΡΗΝΟΣ: Πέθανε πασίγνωστος Έλληνας επιχειρηματίας
Έφυγε ο «κύριος Νίκος» της ελληνικής βιομηχανίας
Φτωχότερος είναι από σήμερα ο επιχειρηματικός κόσμος της χώρας, καθώς «έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 95 ετών ο εμβληματικός ηγέτης της Βιοχάλκο, Νικόλαος Στασινόπουλος. Υπήρξε ένας από τους αναμορφωτές της ελληνικής βιομηχανίας, οδηγώντας τον όμιλο σε διεθνή καταξίωση μέσα από μια πορεία δεκαετιών.

Πέθανε στα 95 του ο πατριάρχης της Βιοχάλκο Νίκος Στασινόπουλος
Παρά το μέγεθος της επιχειρηματικής του ισχύος και τη στρατηγική του επιρροή, ο Νικόλαος Στασινόπουλος ξεχώρισε για το ήθος και τη σεμνότητά του. Επιλέγοντας συνειδητά να παραμείνει μακριά από τη δημόσια προβολή, υπηρέτησε το ελληνικό επιχειρείν με συνέπεια και διακριτικότητα, αφήνοντας πίσω του μια βαριά κληρονομιά και ένα δυσαναπλήρωτο κενό.
Αν αναζητήσει κανείς το όνομα του Νικολάου Στασινόπουλου στην επίσημη ιστοσελίδα της Viohalco, θα βρει μια αναφορά μόλις τριών γραμμών. Αυτή η λιτότητα δεν είναι τυχαία· αποτελεί την απόλυτη αποτύπωση της στάσης ζωής του ανθρώπου που «έφυγε» σήμερα στα 95 του χρόνια. Υπήρξε ένας ηγέτης που, αν και κρατούσε στα χέρια του τα ηνία ενός παγκόσμιου ομίλου, επέλεξε να παραμείνει «αθέατος», μακριά από την επίδειξη πλούτου και τα φώτα της δημοσιότητας.

Ανήκε στην εμβληματική γενιά των πρωτοπόρων της ελληνικής βιομηχανίας —δίπλα σε ονόματα όπως ο Αγγελόπουλος και ο Κανελλόπουλος— που παρά την τεράστια οικονομική τους επιφάνεια, ζούσαν αθόρυβα, με μια σχεδόν «αλλεργική» αντίδραση στις κοσμικές υπερβολές της εποχής μας.
Από το Στάδιο Τεγέας στην κορυφή του κόσμου
Η ιστορία της οικογένειας ξεκινά από την Αρκαδία. Το 1920, τα τρία αδέλφια Μιχάλης, Γιάννης και Ηλίας Στασινόπουλος εγκαταλείπουν το χωριό τους, το Στάδιο Τεγέας, αναζητώντας την τύχη τους στην Αθήνα. Το όραμά τους πήρε σάρκα και οστά το 1937, με τη δημιουργία του πρώτου εργοστασίου στην οδό Πειραιώς 252. Εκεί που κάποτε παράγονταν σωλήνες και οικιακά σκεύη —και αργότερα πολεμικό υλικό κατά τη διάρκεια του 1940— σήμερα η Noval Property σχεδιάζει να αναπτύξει έναν υπερσύγχρονο πόλο πολιτισμού και επιχειρηματικότητας.
Η πορεία δεν ήταν πάντα ανέφελη. Η υποτίμηση της δραχμής το 1953 έφερε την επιχείρηση σε δεινή θέση, όμως ο Μιχάλης Στασινόπουλος δεν λύγισε. Εξαγόρασε τις μετοχές των αδελφών του, μετονόμασε την εταιρεία σε Βιοχάλκο και την ίδια χρονιά εισήγαγε στον όμιλο τον γιο του, Νικόλαο.
Η εποχή της γιγάντωσης
Υπό την καθοδήγηση του Νικολάου Στασινόπουλου, η δεκαετία του ’60 υπήρξε καθοριστική. Ο όμιλος μετατράπηκε σε Holding, μια κίνηση πρωτοποριακή για τα τότε δεδομένα, εξασφαλίζοντας ευελιξία στις θυγατρικές του. Δημιουργήθηκαν κολοσσοί όπως η ΕΛΒΑΛ και η Ελληνικά Καλώδια, ενώ ξεκίνησαν στρατηγικές συνεργασίες με διεθνείς παίκτες από το Βέλγιο και τις ΗΠΑ.
Από το 1965, όταν ανέλαβε πλήρως τα ηνία μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Νικόλαος Στασινόπουλος μετέτρεψε τη Βιοχάλκο σε έναν διεθνή «πυλώνα». Με αλλεπάλληλες επενδύσεις σε Βουλγαρία, Ρουμανία και Ηνωμένο Βασίλειο, ο όμιλος άπλωσε τα δίχτυα του σε όλο τον πλανήτη.
Η μοναδική δημόσια εμφάνιση και η επόμενη μέρα
Το 2002 έμεινε στην ιστορία ως η χρονιά της μοναδικής ίσως δημόσιας τοποθέτησής του, στα εγκαίνια της μονάδας της ΣΟΒΕΛ στον Αλμυρό. Εκεί, με λόγο μεστό και προσηλωμένο στην ανάπτυξη, μίλησε για επενδύσεις που θα προστάτευαν το περιβάλλον και θα ενίσχυαν τις εξαγωγές.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο όμιλος «εκτοξεύτηκε». Η μεταφορά της έδρας στο Βέλγιο, η εισαγωγή στα διεθνή χρηματιστήρια και η κυριαρχία της Cenergy Holdings (Σωληνουργεία Κορίνθου & Hellenic Cables) στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, σφράγισαν την επιτυχία του. Έργα όπως η διασύνδεση Κρήτης-Πελοποννήσου σε βάθος 1.000 μέτρων αποτελούν πλέον τεχνολογικά ορόσημα παγκόσμιας κλίμακας.
Ο Νικόλαος Στασινόπουλος παρέμεινε ενεργός μέχρι το τέλος, παρακολουθώντας περήφανα την πορεία του ομίλου, τον οποίο έχουν πλέον αναλάβει οι γιοι του, Γιάννης και Μιχάλης. Αφήνει πίσω του έναν βιομηχανικό γίγαντα με τζίρο 7 δισ. ευρώ και παρουσία σε 95 χώρες, αλλά κυρίως αφήνει το παράδειγμα ενός ηγέτη που προτίμησε τα έργα του να μιλούν πιο δυνατά από τη φωνή του.
Η ταπεινότητα
Ο «κύριος Νίκος», όπως τον αποκαλούσαν οι εργαζόμενοι και τα στελέχη του ομίλου, περιγραφόταν ως ένας ήπιων τόνων, μειλίχιος και γλυκός άνθρωπος, ο οποίος ωστόσο, όταν χρειάστηκε, έπαιρνε αστραπιαία και τις πιο δύσκολες αποφάσεις. Τίποτα το κραυγαλέο δεν χαρακτήριζε ούτε την προσωπική του ζωή. Από τη μονοκατοικία του Παλαιού Ψυχικού και το γραφείο του στα βόρεια προάστια, τα εξοχικά καταλύματα στην Ερέτρια και την Πάτμο, μέχρι το γεγονός ότι σε παλιότερες εποχές κυκλοφορούσε με ένα ταπεινό αυτοκίνητο Golf…
Ήταν ένας αφανής «κώδικας» που όσοι τον συναναστρέφονταν τον γνώριζαν καλά. Όχι όμως και ένα στέλεχος του ομίλου που είχε κάποτε την ατυχή έμπνευση να εμφανιστεί στα γραφεία με μια πανάκριβη Jaguar. Τόσο απαστράπτουσα που κέντρισε το βλέμμα του Ν. Στασινόπουλου. Λίγο καιρό μετά το στέλεχος αποχωρούσε από τον όμιλο…
Η μεγάλη ανατροπή ήρθε το 1992 υπό τη βαριά απειλή της δολοφονικής δράσης της «17 Νοέμβρη», μετά την υπόθεση της Λουίζης Ριανκούρ. Αυτή ήταν η αιτία που οδήγησε αρχικά τον αδελφό του Ευάγγελο και στη συνέχεια και τον ίδιο να διαμένει για ένα μεγάλο μέρος του χρόνου τουλάχιστον στην Ελβετία, αλλά και να συνοδεύεται από ευάριθμη προσωπική φρουρά, κάτι αδιανόητο για έναν άνθρωπο που κατά τον αστικό μύθο χρησιμοποιούσε ακόμη και τα μέσα μαζικής μεταφοράς στο παρελθόν.
Καθοριστική υπήρξε και η συμμετοχή του στο περίφημο «ιερατείο» του ΣΕΒ, το εξωθεσμικό όργανο όπου λαμβάνονταν οι κρίσιμες αποφάσεις για την πορεία του Συνδέσμου, αλλά καθοριζόταν και το «χρίσμα» για τον εκάστοτε επόμενο πρόεδρό του. Σε αυτό συμμετείχαν εκπρόσωποι από τα λεγόμενα «παλιά τζάκια» όπως οι οικογένειες Στασινόπουλου, Κανελλόπουλου, Παπαλεξόπουλου και Κυριακόπουλου. Ο «κύριος Νίκος» υπήρξε επί σειρά ετών κεντρικό πρόσωπο του «ιερατείου», ακολουθώντας όμως και εκεί μια διακριτική στάση, την οποία έχει μεταλαμπαδεύσει και στους διαδόχους του.
Τα τελευταία χρόνια, πάντως και λόγω ηλικίας είχε αποσυρθεί από το προσκήνιο μέχρι σήμερα που υπέκυψε στην αναπόδραστη μοίρα, αφήνοντας πίσω του ισχυρότατο το προσωπικό του αποτύπωμα στη βιομηχανική ιστορία της χώρας.