Ελλάδα

Έκτακτη είδηση: Μόλις ανακοινώθηκε – Τέλος η οδήγηση για τους ηλικιωμένους;

Η συζήτηση για το εάν πρέπει να περιορίζεται η οδήγηση των ηλικιωμένων οδηγών επιστρέφει διαρκώς στο προσκήνιο, συνήθως με αφορμή ένα σοβαρό τροχαίο. Ωστόσο…

Η συζήτηση για το εάν πρέπει να περιορίζεται η οδήγηση των ηλικιωμένων οδηγών επιστρέφει διαρκώς στο προσκήνιο, συνήθως με αφορμή ένα σοβαρό τροχαίο. Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένας άνθρωπος πρέπει να εγκαταλείπει το τιμόνι επειδή συμπλήρωσε τα 70, τα 75 ή τα 80 χρόνια. Ένα τέτοιο ηλικιακό κριτήριο θα ήταν αυθαίρετο, απλουστευτικό και ενδεχομένως κοινωνικά άδικο. Το ουσιώδες διακύβευμα είναι διαφορετικό: πώς διασφαλίζουμε ότι κάθε οδηγός, ανεξαρτήτως ηλικίας, εξακολουθεί να διαθέτει τις σωματικές, αισθητηριακές και γνωστικές προϋποθέσεις για ασφαλή οδήγηση;

Δίπλωμα υπό όρους για τους ηλικιωμένους; Τι αλλάζει στους ελέγχους των οδηγών
Η γήρανση δεν αποτελεί από μόνη της ανικανότητα. Υπάρχουν άνθρωποι προχωρημένης ηλικίας που διατηρούν εξαιρετικά αντανακλαστικά, καλή κρίση, άριστη όραση και πλήρη λειτουργικότητα. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν νεότεροι οδηγοί οι οποίοι, εξαιτίας αλκοόλ, ουσιών, κόπωσης, επιθετικής συμπεριφοράς ή σοβαρών προβλημάτων υγείας, αποτελούν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο για τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου. Επομένως, μια οριζόντια απαγόρευση με αποκλειστικό κριτήριο την ηλικία θα συνιστούσε περισσότερο ηλικιακό αποκλεισμό παρά ουσιαστική πολιτική οδικής ασφάλειας.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι η λειτουργική ικανότητα

Η οδήγηση αποτελεί σύνθετη δραστηριότητα. Δεν απαιτεί μόνο καλή όραση, αλλά ταυτόχρονα ταχύτητα αντίδρασης, χωροχρονική αντίληψη, συγκέντρωση, κινητικότητα, ικανότητα λήψης αποφάσεων και επαρκή γνωστική λειτουργία. Ο οδηγός πρέπει μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα να αντιληφθεί ένα εμπόδιο, να αξιολογήσει την απόσταση, να προβλέψει την κίνηση των άλλων οχημάτων και να αντιδράσει κατάλληλα. Με την πάροδο της ηλικίας ορισμένες από αυτές τις λειτουργίες ενδέχεται να εξασθενήσουν. Προβλήματα όρασης, μειωμένο οπτικό πεδίο, δυσκολία στη νυχτερινή οδήγηση, βραδύτερα αντανακλαστικά, περιορισμένη κινητικότητα του αυχένα ή των άκρων και γνωστικές διαταραχές μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την οδική συμπεριφορά.

Στο μικροσκόπιο οι ηλικιωμένοι οδηγοί: Έρχεται αυστηρότερος έλεγχος για τα διπλώματα;

Υπάρχει, όμως, και ένας ακόμη παράγοντας που συχνά υποτιμάται: η φαρμακευτική αγωγή. Ορισμένα φάρμακα ή συνδυασμοί φαρμάκων μπορούν να προκαλέσουν υπνηλία, ζάλη, σύγχυση ή μειωμένη συγκέντρωση. Επομένως, ένας σύγχρονος έλεγχος καταλληλότητας δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια τυπική εξέταση όρασης.

Η ηλικία δεν πρέπει να γίνει άλλοθι για αδιαφορία

Προτεινόμενο ΆρθροΜείνε μακριά τους: Auτά είναι τα 4 πιο κακά Ζώδια, έχουν μία πολύ κακń πλευρά – Για το 3ο δεν πάει με τίποτα ο νους σας, δεν είναι ο Ζυγός

Από την άλλη πλευρά, η απόρριψη κάθε ηλικιακού ελέγχου στο όνομα της ισότητας θα ήταν εξίσου προβληματική. Η στατιστική πραγματικότητα δείχνει ότι οι μεγαλύτερες ηλικίες συνδέονται με αυξημένη σωματική ευπάθεια σε περίπτωση σύγκρουσης, ενώ ορισμένες λειτουργικές δυσκολίες εμφανίζονται συχνότερα στους ηλικιωμένους. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ηλικιωμένος οδηγός είναι κατ’ ανάγκη πιο επικίνδυνος. Σημαίνει ότι η πολιτεία οφείλει να διαθέτει μηχανισμούς έγκαιρης ανίχνευσης της ανικανότητας, προτού αυτή μετατραπεί σε τροχαίο. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της πολιτικής: όχι στην τιμωρία της ηλικίας, αλλά στην πρόληψη. Η πλέον λογική προσέγγιση δεν είναι η αυτόματη αφαίρεση της άδειας οδήγησης, αλλά ένα σύστημα εξατομικευμένης αξιολόγησης. Ο οδηγός θα μπορούσε να υποβάλλεται, ανάλογα με την ηλικία και το ιατρικό ιστορικό του, σε συστηματικότερους ελέγχους όρασης, ακοής, κινητικότητας και γνωστικών λειτουργιών.

Όπου υπάρχουν ενδείξεις, θα μπορούσε να προβλέπεται και πρακτική δοκιμασία οδήγησης. Ένας άνθρωπος που αποτυγχάνει σε συγκεκριμένες δεξιότητες δεν είναι απαραίτητα υποχρεωμένος να εγκαταλείψει οριστικά το τιμόνι. Θα μπορούσαν να επιβάλλονται στοχευμένοι περιορισμοί, όπως οδήγηση μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας ή αποφυγή συγκεκριμένων οδικών συνθηκών. Έτσι, η πολιτεία δεν θα αντιμετωπίζει τον ηλικιωμένο ως «ανίκανο», αλλά ως πολίτη του οποίου η πραγματική ικανότητα πρέπει να αξιολογείται αντικειμενικά.

Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος της οικογένειας. Συχνά οι συγγενείς αντιλαμβάνονται πρώτοι ότι ένας ηλικιωμένος δυσκολεύεται να οδηγήσει: μικροσυγκρούσεις, χαμένες διαδρομές, σύγχυση στα πεντάλ, καθυστερημένες αντιδράσεις ή αδυναμία αντίληψης πεζών και δικύκλων δεν πρέπει να θεωρούνται απλώς «φυσιολογικά της ηλικίας». Η συζήτηση, επομένως, πρέπει να γίνεται πριν από το δυστύχημα και όχι μετά από αυτό.

Η ασφάλεια είναι συλλογική υπόθεση

Το δίλημμα «ή οδηγεί ή του παίρνουμε το δίπλωμα» είναι παραπλανητικό. Η σύγχρονη προσέγγιση πρέπει να αναζητήσει μια τρίτη οδό: συστηματικό έλεγχο, επιστημονικά τεκμηριωμένη αξιολόγηση και αναλογικούς περιορισμούς όπου απαιτούνται.

Η κοινωνία οφείλει να προστατεύσει τόσο το δικαίωμα στην αυτονομία όσο και το δικαίωμα στην ασφάλεια. Η οδήγηση αποτελεί σημαντικό στοιχείο ανεξαρτησίας, ιδίως για τους ηλικιωμένους που ζουν μόνοι ή σε περιοχές με ανεπαρκείς συγκοινωνίες. Δεν μπορεί, όμως, να μετατρέπεται σε δικαίωμα χωρίς προϋποθέσεις. Δεν πρέπει να παίρνουμε τα διπλώματα από τους ηλικιωμένους. Πρέπει να γνωρίζουμε ποιοι εξακολουθούν να μπορούν να οδηγούν με ασφάλεια. Και αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης: η ηλικία μπορεί να αποτελεί λόγο για συχνότερο έλεγχο, ποτέ όμως από μόνη της τεκμήριο ανικανότητας.

Ειδήσεις σήμερα

Ροή Ειδήσεων