Το δεύτερο μέρος της δημοσκόπησης της MRB για λογαριασμό του OPEN έρχεται να ρίξει φως σε ένα πολιτικό σκηνικό που χαρακτηρίζεται από έντονη ρευστότητα, αντιφατικά μηνύματα προς το κυβερνών κόμμα και μια διάχυτη αναζήτηση για νέες πολιτικές εκφράσεις. Τα ευρήματα της έρευνας αποτυπώνουν μια κοινωνία που, ενώ σε ένα βαθμό αναγνωρίζει τη σταθερότητα της παρούσας διακυβέρνησης, ταυτόχρονα δείχνει σημάδια κόπωσης και στρέφεται προς εναλλακτικές λύσεις, είτε αυτές αφορούν οικουμενικά σχήματα είτε τη δημιουργία νέων κομμάτων από πρόσωπα με ισχυρό συμβολισμό.
Στο πεδίο της κυβερνητικής προοπτικής, η εικόνα της Νέας Δημοκρατίας παρουσιάζει ενδιαφέρουσες διακυμάνσεις. Σύμφωνα με τη μέτρηση, σε ποσοστό 27,2%, οι πολίτες πιστεύουν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ΝΔ αξίζουν τρίτη κυβερνητική θητεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 27,2% είναι αυξημένο από την προηγούμενη μέτρηση, γεγονός που υποδηλώνει μια συσπείρωση της κυβερνητικής βάσης, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι στους ψηφοφόρους της ΝΔ το ποσοστό αυτό εκτοξεύεται και ανεβαίνει στο 78%. Ωστόσο, η άλλη όψη του νομίσματος αναδεικνύει ένα ισχυρό ρεύμα αμφισβήτησης, καθώς το 58,2% των ερωτηθέντων θεωρούν ότι πρέπει να υπάρξει κυβερνητική αλλαγή. Αυτή η πόλωση μεταξύ της επιθυμίας για συνέχεια και της ανάγκης για ανανέωση αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της τρέχουσας περιόδου.
Ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό στοιχείο της δημοσκόπησης αφορά τη μορφή που θα ήθελαν οι πολίτες να έχει η επόμενη κυβέρνηση. Φαίνεται πως η παραδοσιακή λογική των συνεργασιών μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων δεν συγκινεί πλέον το εκλογικό σώμα. Αντιθέτως, αναδύεται μια τάση προς την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, καθώς το 22,1% θα θέλανε να σχηματιστεί μετά τις εκλογές οικουμενική κυβέρνηση όλων των κομμάτων. Η προτίμηση αυτή υπερβαίνει κατά πολύ το σενάριο μιας συνεργασίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, το οποίο συγκεντρώνει πολύ χαμηλά ποσοστά αποδοχής, δείχνοντας ότι οι πολίτες αναζητούν λύσεις που υπερβαίνουν τους στενούς κομματικούς ανταγωνισμούς.
Στο κεφάλαιο των νέων πολιτικών σχημάτων, η δημοσκόπηση της MRB καταγράφει τη δυναμική τριών διαφορετικών προσωπικοτήτων. Όσον αφορά τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, το 20,9% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι είναι πιθανό να ψηφίσει ένα νέο κόμμα με αρχηγό τον ίδιο. Παρ’ όλα αυτά, η δυναμική του φαίνεται να φθίνει συγκριτικά με το παρελθόν, καθώς η απάντηση «σίγουρα θα το ψήφιζα» περιορίζεται στο 7,5%, ποσοστό που είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό που καταγραφόταν τον Μάιο του 2025 (12,6%). Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της δυνητικής ψήφου φαίνεται να προέρχεται από την αδιευκρίνιστη ψήφο και πρώην ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ.
Αίσθηση προκαλεί η δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία φαίνεται να συγκεντρώνει σημαντικό ενδιαφέρον, με το ποσοστό των πολιτών που θα εξέταζαν την ψήφο σε ένα δικό της κόμμα να είναι δέκα μονάδες υψηλότερο από εκείνο του Αλέξη Τσίπρα.
Η προέλευση των ψηφοφόρων της εντοπίζεται κυρίως στην Ελληνική Λύση και την Πλεύση Ελευθερίας, γεγονός που ερμηνεύει τη δημοσκοπική πίεση που δέχονται οι Κυριάκος Βελόπουλος και Ζωή Κωνσταντοπούλου. Τέλος, αναφορικά με τον Αντώνη Σαμαρά, ένα 14,3% δηλώνει πως είναι πιθανό να τον ψήφιζε σε ένα νέο πολιτικό εγχείρημα, καταγράφοντας μια διακριτή αλλά υπαρκτή βάση απήχησης στον δεξιό χώρο. Συνολικά, η δημοσκόπηση αναδεικνύει μια κοινωνία σε αναμονή, που ζυγίζει τις υπάρχουσες λύσεις αλλά κρατά το βλέμμα στραμμένο σε οτιδήποτε νέο θα μπορούσε να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά.
Έντονη φημολογία για την Μάρια Καρυστιανού τις τελευταίες ώρες
Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού, γνωστή ως «Μάνα των Τεμπών», επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για την παρουσία της στον δημόσιο και πολιτικό χώρο. Οι αντιδράσεις που καταγράφηκαν σε συγκέντρωση στο Σύνταγμα φαίνεται να επηρεάζουν σημαντικά τις επόμενες κινήσεις της.
Οι αντιδράσεις στο συλλαλητήριο και η αναδίπλωση του σχεδίου
Μετά τα γεγονότα που σημειώθηκαν σε συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, όπου η Μαρία Καρυστιανού βρέθηκε αντιμέτωπη με έντονες αντιδράσεις από συγγενείς θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών, η ίδια φέρεται να επανεξετάζει την πορεία της στο δημόσιο πεδίο. Το περιστατικό δημιούργησε ισχυρή πίεση στο περιβάλλον της και επηρέασε τις συζητήσεις που είχαν προηγηθεί σχετικά με πιθανή πολιτική δραστηριοποίηση.
Σύμφωνα με πληροφορίες του periodista.gr, η αρχική πρόθεση για τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα φαίνεται να υποχωρεί. Το εγχείρημα που είχε παρουσιαστεί ως πρωτοβουλία για τη «σωτηρία της χώρας» δείχνει πλέον να απομακρύνεται από τον αρχικό σχεδιασμό.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι η Μαρία Καρυστιανού εξέφρασε έντονη απογοήτευση σε πρόσωπα του στενού της κύκλου. Οι αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν μετά τις δημόσιες εμφανίσεις της και η κριτική που δέχθηκε φαίνεται να επηρέασαν καθοριστικά τη δυναμική της πρωτοβουλίας, οδηγώντας το εγχείρημα σε πιθανή ακύρωση.Η εισήγηση για «έξοδο» από το πολιτικό προσκήνιο
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις φαίνεται να διαδραματίζει η δικηγόρος της, Μαρία Γρατσία, η οποία – σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες – εισηγείται την πλήρη αποχώρηση της πελάτισσάς της από το πολιτικό προσκήνιο.
Η πρόταση αυτή βασίζεται στην εκτίμηση ότι η περαιτέρω εμπλοκή της σε πολιτικές πρωτοβουλίες θα προκαλούσε ακόμη μεγαλύτερη ένταση και αντιδράσεις. Στο περιβάλλον της φαίνεται να κυριαρχεί η άποψη ότι μια προσπάθεια συνέχισης της πολιτικής πορείας θα συναντούσε ισχυρή κοινωνική αντίσταση.
Παρά τις σχετικές εισηγήσεις, δεν έχει γίνει γνωστό με ποιον τρόπο θα μπορούσε να υλοποιηθεί μια τέτοια «απεμπλοκή». Παραμένει επίσης ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξει κάποια επίσημη τοποθέτηση σχετικά με το μέλλον του εγχειρήματος, καθώς οι σχετικές συζητήσεις συνεχίζονται στον στενό κύκλο των συνεργατών της.
Το πολιτικό κενό και οι φήμες για επόμενες κινήσεις
Η πιθανή αποχώρηση της Μαρίας Καρυστιανού δημιουργεί ερωτήματα για την επόμενη ημέρα του εγχειρήματος που είχε ανακοινωθεί ως πολιτική πρωτοβουλία. Το «προτζεκτ Καρυστιανού», όπως έχει χαρακτηριστεί, φαίνεται να αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες μετά τις τελευταίες εξελίξεις.
Η συζήτηση που αναπτύσσεται αφορά κυρίως το ενδεχόμενο να αναζητηθεί νέο πρόσωπο που θα μπορούσε να ηγηθεί μιας αντίστοιχης πολιτικής προσπάθειας. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για συγκεκριμένες αποφάσεις ή πρόσωπα που θα μπορούσαν να αναλάβουν τέτοιο ρόλο.
Οι εξελίξεις γύρω από την υπόθεση καταδεικνύουν ότι το πολιτικό σκηνικό παραμένει ρευστό, ενώ οι επόμενες κινήσεις των εμπλεκόμενων πλευρών θα καθορίσουν αν η πρωτοβουλία αυτή θα εγκαταλειφθεί οριστικά ή αν θα επιχειρηθεί κάποια νέα μορφή πολιτικής παρουσίας στο μέλλον.