κόσμος

Αθήνα – Νέα Υόρκη σε λιγότερο από 5 ώρες: Πότε επιβιβαζόμαστε στη νέα υπερηχητική πτήση

Περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά την απόσυρση του θρυλικού Concorde, η αεροπορική βιομηχανία βρίσκεται μπροστά σε μια νέα υπερηχητική εποχή Οι Ηνωμένες…

Περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά την απόσυρση του θρυλικού Concorde, η αεροπορική βιομηχανία βρίσκεται μπροστά σε μια νέα υπερηχητική εποχή
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αλλάζουν το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις πτήσεις που θα εκτελούνται γρηγορότερα από την ταχύτητα του ήχου, η NASA δοκιμάζει ένα αεροσκάφος που υπόσχεται να εξαλείψει τον εκκωφαντικό ηχητικό κρότο, ενώ ιδιωτικές εταιρείες αναπτύσσουν επιβατικά αεροπλάνα που θα μπορούσαν να μειώσουν σχεδόν στο μισό τους σημερινούς χρόνους ταξιδιού.

Tο πέρασμα του Ατλαντικού
Εάν τα σχέδια αυτά υλοποιηθούν, μέσα στην επόμενη δεκαετία ταξίδια που σήμερα θεωρούνται εξαντλητικά θα γίνονται σε χρόνο-ρεκόρ. Μια πτήση Νέα Υόρκη – Λος Άντζελες θα μπορούσε να ολοκληρώνεται σε περίπου 3,5 ώρες, ενώ διαδρομές όπως Λονδίνο – Νέα Υόρκη ή ακόμη και Αθήνα – Νέα Υόρκη θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται σε λιγότερο από πέντε ώρες, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα αεροπορικά ταξίδια μεγάλων αποστάσεων.

Το πρόβλημα που «σκότωσε» το Concorde
Το Concorde, που πέταξε από το 1976 έως το 2003, παραμένει μέχρι σήμερα το μοναδικό επιτυχημένο εμπορικό υπερηχητικό αεροσκάφος. Πετούσε με ταχύτητα άνω των 2.100 χιλιομέτρων την ώρα (Mach 2), δηλαδή περίπου διπλάσια από εκείνη των σημερινών επιβατικών αεροσκαφών.

Σπάνε τζάμια
Ωστόσο, το μεγαλύτερο μειονέκτημά του ήταν ο περίφημος sonic boom, ο ισχυρός ηχητικός κρότος που δημιουργείται όταν ένα αεροσκάφος ξεπερνά την ταχύτητα του ήχου. Στο έδαφος ακούγεται σαν έκρηξη, μπορεί να ταρακουνήσει κτίρια, να σπάσει τζάμια και να προκαλέσει έντονη ενόχληση στους κατοίκους.

Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που οι υπερηχητικές πτήσεις πάνω από κατοικημένες περιοχές απαγορεύτηκαν στις ΗΠΑ ήδη από το 1973, περιορίζοντας το Concorde σχεδόν αποκλειστικά σε υπερατλαντικές διαδρομές.

Η μεγάλη αλλαγή
Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, η αμερικανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (FAA) προτείνει την κατάργηση αυτής της απαγόρευσης. Αντί να εξετάζει μόνο την ταχύτητα του αεροσκάφους, σχεδιάζει να θεσπίσει όρια αποκλειστικά για τον θόρυβο που φτάνει στο έδαφος.

Η αλλαγή αυτή θεωρείται ιστορική, καθώς ανοίγει για πρώτη φορά τον δρόμο στην επιστροφή των εμπορικών υπερηχητικών πτήσεων πάνω από ξηρά.

Δύο διαφορετικές τεχνολογίες
Η μάχη για το νέο υπερηχητικό αεροπλάνο εξελίσσεται σε δύο μέτωπα.

Η αμερικανική εταιρεία Boom Supersonic αναπτύσσει το αεροσκάφος Overture, χωρητικότητας 60 έως 80 επιβατών. Το σχέδιό της βασίζεται σε μια τεχνική που ονομάζεται Mach Cutoff, σύμφωνα με την οποία το αεροσκάφος πετά σε συγκεκριμένο ύψος και ταχύτητα ώστε το ωστικό κύμα να ανακλάται στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας και να μην φτάνει ποτέ στο έδαφος.

Η NASA το κάνει αλλιώς
Παράλληλα, η NASA ακολουθεί εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Το πειραματικό αεροσκάφος X-59 διαθέτει εξαιρετικά μακριά άτρακτο και ειδική αεροδυναμική σχεδίαση που δεν εξαλείφει το ωστικό κύμα, αλλά το διασπά σε πολύ ασθενέστερα κύματα.

Έτσι, αντί για έναν εκκωφαντικό κρότο, όσοι βρίσκονται στο έδαφος ακούνε έναν ήπιο ήχο, αντίστοιχο με το κλείσιμο μιας πόρτας αυτοκινήτου.

Οι πρώτες δοκιμές του X-59 έχουν ήδη πραγματοποιηθεί και τα επόμενα χρόνια η NASA θα πραγματοποιήσει πτήσεις πάνω από κατοικημένες περιοχές, ώστε να αξιολογηθεί πώς αντιδρούν οι πολίτες στους νέους, πολύ χαμηλότερους θορύβους.

Το τελευταίο μεγάλο εμπόδιο
Παρά την τεχνολογική πρόοδο, υπάρχει ακόμη ένας κρίσιμος παράγοντας: το κόστος.

Τα υπερηχητικά αεροσκάφη εξακολουθούν να καταναλώνουν σημαντικά περισσότερο καύσιμο από τα σημερινά επιβατικά τζετ. Σύμφωνα με τη Boom Supersonic, το Overture θα καταναλώνει έως και τρεις φορές περισσότερο καύσιμο, γεγονός που αυξάνει το λειτουργικό κόστος και δημιουργεί περιβαλλοντικές προκλήσεις.

Η εταιρεία υποστηρίζει ότι το αεροσκάφος θα χρησιμοποιεί αποκλειστικά βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα (SAF), τα οποία μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Ωστόσο, η παγκόσμια παραγωγή αυτών των καυσίμων παραμένει ακόμη περιορισμένη και αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 1% της συνολικής κατανάλωσης αεροπορικών καυσίμων.

Παρά τις δυσκολίες, οι ειδικοί συμφωνούν ότι η επιστροφή των υπερηχητικών πτήσεων δεν αποτελεί πλέον επιστημονική φαντασία. Αν οι νέες τεχνολογίες αποδείξουν ότι μπορούν να περιορίσουν τον θόρυβο και να καταστήσουν βιώσιμο το κόστος λειτουργίας, η επόμενη δεκαετία ενδέχεται να σηματοδοτήσει τη μεγαλύτερη επανάσταση στις αερομεταφορές μετά την εμφάνιση των αεριωθούμενων αεροσκαφών.

Εκτός από λαγοκέφαλους και μέδουσες: Aυτά είναι τα 250 ξενικά είδη που έχουν κατακλύσει τις ελληνικές θάλασσες-Ποια είναι τοξικά κι επικίνδυνα

Η ερευνήτρια στο ΕΛΚΕΘΕ, Κ.Καραχλέ επισημαίνει πως εκτός από τις μέδουσες, τα λεοντόψαρα και τους λαγοκέφαλους, υπάρχουν ακόμη 250 ξενικά είδη στις ελληνικές θάλασσες. Ποια από αυτά είναι επικίνδυνα και τοξικά για τον άνθρωπο;
Τις τελευταίες ημέρες έχει προκληθεί πανικός με την εμφάνιση του λαγοκέφαλου στις ελληνικές θάλασσες. Πρόκειται για ένα ξενικό είδος, πολύ τοξικό, το οποίο ενέχει κινδύνους μέχρι και για την ανθρώπινη ζωή. Η ερευνήτρια στο ΕΛΚΕΘΕ, Παρασκευή Καραχλέ εξηγεί πόσα ξενικά είδη έχουμε στις θάλασσες μας και ποια από αυτά είναι δυνητικά επικίνδυνα για τον άνθρωπο.

Προτεινόμενο ΆρθροΕκτός από λαγοκέφαλους και μέδουσες: Aυτά είναι τα 250 ξενικά είδη που έχουν κατακλύσει τις ελληνικές θάλασσες-Ποια είναι τοξικά κι επικίνδυνα

Στα νερά μας διαβιούν πλέον περισσότερα από 250 ξενικά είδη, όπως αποκαλύπτει στο CNN Greece η ερευνήτρια στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), Παρασκευή Καραχλέ.

«Στη χώρα μας έχουμε περισσότερα από 250 ξενικά είδη, όπως καβούρια, γαρίδες, μέδουσες, ψάρια» όπως τονίζει χαρακτηριστικά.

Μάλιστα, σύμφωνα με την ερευνήτρια, ορισμένα ξενικά είδη «μπορούμε να τα αξιοποιήσουμε, καθώς είναι βρώσιμα (π.χ. γερμανός (Siganus luridus), αγριόσαλπα (Siganus rivulatus), λεοντόψαρο (Pterois miles), σαρδελόγαυρος (Etrumeus golanii), μπλε καβούρι (Callinectes sapidus)».

Για άλλα, όμως, όπως ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus) η κατανάλωσή τους απαγορεύεται γιατί είναι τοξικά.

Καθώς τα θερμά νερά έχουν ενισχύσει τις μετακινήσεις της θαλάσσιας ζωής, ήδη από το 2007 το ΕΛΚΕΘΕ δημιούργησε το δίκτυο ELNAIS, με σκοπό να καταγραφεί ποια είδη «μπαινοβγαίνουν» και ποια εγκαθίστανται στα ελληνικά νερά.

Ποια είναι πιο τοξικά και επικίνδυνα;
Στο διαδίκτυο έχει καλλιεργηθεί ένα κλίμα φόβου αναφορικά με την επικινδυνότητα των ξενικών ειδών. Ποια όμως πράγματι τοξικά και επικίνδυνα.

Απαντώντας στο ερώτημα αυτό, η κα Καραχλέ επισημαίνει πως «υπάρχουν μερικά είδη τα οποία όντως μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία». Μερικά από αυτά είναι:

είδη που έχουν δηλητηριώδες τσίμπημα, το οποίο όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί όπως όλα τα συναφή τσιμπήματα (π.χ. ΨΑΡΙΑ: γερμανός (Siganus luridus), αγριόσαλπα (Siganus rivulatus), λεοντόψαρο (Pterois miles), ΜΕΔΟΥΣΕΣ: Ροπιλέμα η νομαδική (Rhopilema nomadica), ΑΧΙΝΟΙ κοκκινόπυγος αχινός (Diadema setosum).

Τα είδη που είναι τοξικά και απαγορεύεται η κατανάλωσή τους
Εδώ περιλαμβάνονται τα είδη της οικογένειας Tetraodontidae, δηλαδή οι λαγοκέφαλοι, με πιο γνωστό τον λαγοκέφαλο (Lagocephalus sceleratus)). Όλοι οι λαγοκέφαλοι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, έχουν στη σάρκα και τα εντόσθιά τους μια νευροτοξίνη, την τετραοδοτοξίνη (ΤΤΧ). Για αυτήν την τοξίνη δεν υπάρχει μέχρι σήμερα γνωστό αντίδοτο, και αν κάποιος την καταναλώσει μπορεί να καταλήξει. Στη χώρα μας, μέχρι σήμερα, δεν έχουμε επισήμως καταγεγραμμένα περιστατικά κατανάλωσης λαγοκέφαλου.

«Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο αύξηση των περιστατικών επιθέσεων λαγοκέφαλου σε λουόμενους. Αυτές δεν είναι πολλές (στη χώρα μας επίσημα υπάρχει καταγεγραμμένη μόνο μία). Όμως καλό είναι να θυμόμαστε ότι σε κάθε επίσκεψή μας στη φύση, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί» υπογραμμίζει η ίδια.

Πώς έχουν φτάσει μέχρι την Ελλάδα;
Ένα εύλογο ερώτημα είναι το πώς ένα είδος όπως ο λαγοκέφαλος, που ζούσε στον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό έφτασε μέχρι την Ελλάδα. Όπως εξηγεί η ερευνήτρια ερευνήτρια, «όταν αναφερόμαστε στα ξενικά είδη, ουσιαστικά μιλάμε για είδη που έχουν εμφανιστεί σε ένα μέρος, έξω από τη φυσική εξάπλωσή τους, λόγω ανθρωπογενών παρεμβάσεων».

Για τα θαλάσσια ξενικά είδη, οι κύριες οδοί εισόδου τους στη Μεσόγειο, και στη χώρα μας, είναι:

μέσω της διώρυγας του Σουέζ (Λεσσεψιανοί μετανάστες, από το όνομα του μηχανικού που άνοιξε τη διώρυγα, Φερντινάρ ντε Λεσσεψ),
με τη ναυσιπλοϊα (είτε κολλημένα σε βυθισμένα μέρη των πλωτών μέσων, είτε μέσα από τα θαλασσέρματα),
με τις υδατοκαλλιέργειες
και με απελευθερώσεις από τον άνθρωπο (είδη ενυδρείων που δεν τα θέλουμε πια, τα λυπόμαστε να τα σκοτώσουμε, και τα «πετάμε» στη φύση).
Αξίζει να σημειωθεί ότι, «κάποια από αυτά τα ξενικά είδη, για διάφορους λόγους (π.χ. ευνοϊκό περιβάλλον, απουσία θηρευτών, αύξηση θερμοκρασίας, αφθονία τροφής, κλπ) μπορούν να εξαπλωθούν τάχιστα, να εγκατασταθούν και να δημιουργήσουν προβλήματα στο περιβάλλον και τις οικοσυστημικές υπηρεσίες (δηλ. αλιεία, τουρισμός, κλπ)». Σύμφωνα με την κα Καραχλέ «αυτά τα ονομάζουμε χωροκατακτητικά ξενικά είδη».

Ο ρόλος της ανόδου της θερμοκρασίας της θάλασσας
Τα ξενικά, στην πλειοψηφία τους, είδη είναι θερμόφιλα, δηλαδή αγαπούν τα ζεστά νερά. «Έτσι, η αύξησή τους στη Μεσόγειο και στη χωρά μας οφείλεται κατά κύριο λόγο στην κλιματική αλλαγή» σημειώνει η ίδια.

Η άνοδος της θερμοκρασίας της θάλασσας επομένως ευνοεί την μετακίνησή τους (μέσω της διώρυγας του Σουέζ) και κυρίως την εγκατάστασή τους.

Την ίδια ώρα, όπως επισημαίνει «η αύξηση της θερμοκρασίας, σε συνδυασμό με την έλλειψη φυσικών θηρευτών (και λόγω υπεραλίευσης), αλλά και ανταγωνισμού από «ντόπια» είδη, εντείνουν το φαινόμενο. Ακόμη και η παγκοσμιοποίηση και η αύξηση στις θαλάσσιες μετακινήσεις/μεταφορές διευκολύνουν κάποια να έρθουν στη χώρα μας».

Ειδήσεις σήμερα

Ροή Ειδήσεων