Σε μια πράξη ανείπωτης γενναιότητας, βαθιάς ειλικρίνειας και εσωτερικής δύναμης προχώρησε η γνωστή δημοσιογράφος Ιωάννα Κουλούρη, η οποία με μια ανάρτηση-γροθιά στο στομάχι στον προσωπικό της λογαριασμό στο Instagram μοιράστηκε με τους διαδικτυακούς της φίλους τη δική της, οδυνηρή μάχη με τις ψυχικές ασθένειες. Η αγαπημένη δημοσιογράφος, η οποία έχει αφήσει το δικό της ξεχωριστό αποτύπωμα στον χώρο των ΜΜΕ μέσα από τη συνεργασία της με σημαντικά τηλεοπτικά μέσα και πλατφόρμες όπως το Corfu TV, το MAD και το κανάλι της Panik Records, επέλεξε να βγει μπροστά και να μιλήσει ανοιχτά για ένα θέμα ταμπού.
Με αφορμή τον Αύγουστο, ο οποίος έχει καθιερωθεί διεθνώς ως Μήνας Ευαισθητοποίησης για την Υπερδοσολογία (Overdose Awareness Month), η Ιωάννα Κουλούρη αποφάσισε να μην κρυφτεί πίσω από το συνηθισμένο, λαμπερό προσωπείο των social media. Αντίθετα, επέλεξε να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια της, αποκαλύπτοντας τις πιο σκοτεινές, επώδυνες και οριακές στιγμές που βίωσε πρόσφατα, στέλνοντας παράλληλα ένα ηχηρό μήνυμα ελπίδας και αλληλεγγύης σε όλους εκείνους που δίνουν καθημερινά τον δικό τους σιωπηλό αγώνα.
Η ανάρτηση της δημοσιογράφου συνοδεύτηκε από μια σοκαριστική και αποκαλυπτική φωτογραφία της από τις ημέρες της νοσηλείας της στο νοσοκομείο, μια εικόνα που αποτυπώνει με τον πιο ωμό τρόπο τη σκληρή πραγματικότητα της ασθένειας. Στο κείμενο που την πλαισιώνει, η ίδια περιγράφει χωρίς περιστροφές τα γεγονότα της 20ής Ιουνίου, ημέρας κατά την οποία έφτασε στο απόλυτο σημείο καμπής.
«Παλεύω χρόνια με ψυχικές ασθένειες κι έχω γίνει ανθεκτική στην ψυχοθεραπεία και την αγωγή. Κάθε μέρα για μένα είναι ένα μαρτύριο και μια μάχη με τον εαυτό μου», εξομολογείται η ίδια, δίνοντας το στίγμα της καθημερινότητας ενός ανθρώπου που παλεύει με την κατάθλιψη.
Όπως αποκαλύπτει, στις 20 Ιουνίου σημειώθηκε η πιο πρόσφατη και σοβαρή απόπειρά της να βάλει τέλος στον αβάστακτο ψυχικό πόνο. Καταβεβλημένη από την απελπισία, έλαβε ολόκληρη την αγωγή της και ό,τι άλλο φαρμακευτικό σκεύασμα υπήρχε διαθέσιμο στο σπίτι. Η σωτηρία της ήρθε κυριολεκτικά την ύστατη στιγμή. Λιπόθυμη και σε κρίσιμη κατάσταση, διακομίστηκε άμεσα στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί της έσωσαν τη ζωή υποβάλλοντάς την σε επείγουσα πλύση στομάχου, καθώς, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, δεν υπήρχε καμία απολύτως πιθανότητα επιβίωσης χωρίς την άμεση ιατρική παρέμβαση.
Η φρίκη του νοσοκομείου και η σκληρή μάχη με τον πανικό
Η περιπέτεια της δεν σταμάτησε στο ιατρικό τμήμα, καθώς η διαδικασία της αποτοξίνωσης και η επίδραση της υπερδοσολογίας τής επεφύλασσαν μια τρομακτική ψυχολογική δοκιμασία. Η ίδια περιγράφει με συγκλονιστικές λεπτομέρειες το «κακό trip» που βίωσε, τις παραισθήσεις και τον πανικό που την κατέκλυσε.
«Όσο ήμουν στο νοσοκομείο με τον άνθρακα, έπαθα τόσο κακό trip από το OD, που έκλαιγα, κοπανιόμουν και φανταζόμουν πράγματα που δεν υπήρχαν. Λέω “ως εδώ ήταν, βλέπω τον θάνατό μου”», γράφει χαρακτηριστικά. Η κατάσταση ήταν τόσο ανεξέλεγκτη και επικίνδυνη για την ίδια της τη σωματική ακεραιότητα, ώστε το νοσηλευτικό προσωπικό αναγκάστηκε να την ακινητοποιήσει, δένοντάς τη χέρια-πόδια στο κρεβάτι της πτέρυγας για να αποτρέψει τον αυτοτραυματισμό.
Αυτός ο εγκλωβισμός, ωστόσο, λειτούργησε επιβαρυντικά στον ψυχισμό της, πυροδοτώντας συνεχόμενες, αμείλικτες κρίσεις πανικού. Η αδυναμία κίνησης, σε συνδυασμό με τη φρικτή ξηρότητα στο στόμα και την απαγόρευση λήψης νερού, δημιούργησαν ένα σκηνικό απόλυτης φρίκης.
Όταν τελικά συνήλθε και επέστρεψε στη συνείδησή της, τα συναισθήματα που την κατέλαβαν ήταν εξίσου βαριά. Η ντροπή και οι ενοχές έγιναν δεύτερη φύση της, ιδιαίτερα όταν αντίκριζε τους γονείς της να κλαίνε στο προσκέφαλό της. Η ίδια, παγιδευμένη στη δίνη της ασθένειας, πίστευε εσφαλμένα ότι η οικογένειά της θα ήταν καλύτερα χωρίς εκείνη και χωρίς το βάρος της δύσκολης καθημερινότητας που βιώνουν στο πλευρό της. Ωστόσο, οι δικοί της άνθρωποι στέκονται βράχος στο πλευρό της, διαβεβαιώνοντάς τη καθημερινά ότι την καταλαβαίνουν και ότι το μόνο που θέλουν είναι να την βλέπουν καλά.
Παρά το μέγεθος του πόνου και τη συνειδητοποίηση ότι η διαδρομή της ανάρτησης είναι μακρύς και δύσκολος δρόμος, η Ιωάννα Κουλούρη επιλέγει να κλείσει την εξομολόγησή της με μια τεράστια, φωτεινή χαραυγή ελπίδας.
«Δεν θα πω ψέματα. Δεν ξέρω πώς να είμαι καλά και αν θα είμαι ποτέ 100%. Δεν ξέρω καν αν χαίρομαι που επιβίωσα ή όχι. Αλλά, αν ξέρω κάτι, είναι ότι σήμερα είμαι εδώ. Και ότι σίγουρα κάποια στιγμή γίνεται καλύτερο», τονίζει με αφοπλιστική ειλικρίνεια, αρνούμενη να ωραιοποιήσει την κατάσταση αλλά ταυτόχρονα αρνούμενη να παραδοθεί στην απόγνωση.
Το πιο δυνατό σημείο του μηνύματός της απευθύνεται σε κάθε συνάνθρωπό μας που βιώνει παρόμοιες στιγμές απόγνωσης. Η δημοσιογράφος προτρέπει τους πάντες να κρατηθούν από οτιδήποτε μικρό και φωτεινό υπάρχει στη ζωή τους:
«Μπορεί σήμερα να μη βλέπεις το νόημα ή τον σκοπό. Αλλά μείνε για ένα μικρό πράγμα, μέρα με τη μέρα. Θα μείνω για τον γάτο μου. Θα μείνω για τους ανθρώπους μου. Θα μείνω γιατί, μέσα στο σκοτάδι, μια μικρή φλόγα που τρεμοσβήνει μού λέει “μείνε και πάλεψέ το”. Όσο δύσκολο κι αν είναι, μείνε. Μέρα με τη μέρα. Δεν είμαστε οι διαγνώσεις και ο πόνος μας. Η κατάθλιψη σε κάνει να τα βλέπεις όλα μέσα από μια γυάλα. Κάποια στιγμή αυτή η γυάλα σπάει με την κατάλληλη υποστήριξη. Είμαι σίγουρη. Μείνε».
Η γενναία αυτή κατάθεση ψυχής της Ιωάννας Κουλούρη υπενθύμιζε σε όλους μας ότι η ψυχική υγεία είναι υπόθεση ζωής, ότι ο πόνος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με σιωπή και ότι, ακόμα και στις πιο βαθιές άβυσσους του σκοταδιού, η ανθρώπινη θέληση για ζωή μπορεί να βρει τον τρόπο να αναδυθεί ξανά στην επιφάνεια.