Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που περνούν τόσο διακριτικά από τη ζωή, που ελάχιστοι τους θυμούνται μετά τον θάνατό τους, ακόμα κι αν έχουν δει κάποια ταινία στην οποία έπαιξαν ή τραγούδησαν κάποιο τραγούδι που έγραψαν.
Ο Νότης Περγιάλης, γεννημένος στις 16 Αυγούστου του 1920, είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις. Συγγραφέας, ηθοποιός, σεναριογράφος, στιχουργός και σκηνοθέτης, μια γλυκύτατη και ευαίσθητη φυσιογνωμία που, ευτυχώς, αποτυπώθηκε σε κάποιες σημαντικές ελληνικές ταινίες.

Μπορεί στα “Κόκκινα φανάρια” να πρωταγωνιστούσε η Τζένη Καρέζη, αλλά αν υπήρχε βραβείο Β΄ Ανδρικού ρόλου σίγουρα θα το έπαιρνε παίζοντας τον γέρο, κλέβοντας την παράσταση από πολλούς προβεβλημένους συναδέλφους του, λέγοντας με την χαρακτηριστική, ιδιόμορφη, γεμάτη συναίσθημα φωνή του: “Όμορφη δεν είναι η ζωή Κατερίνα;” Το ίδιο και στην Ηλέκτρα του Μιχάλη Κακογιάννη, το ίδιο και στην ταινία “Το αίμα βάφτηκε κόκκινο”, επίσης του Βασίλη Γεωργιάδη, καθώς και σε πολλές άλλες ταινίες, άλλες περισσότερο εμπορικές και άλλες λιγότερο.

Έγραψε τους στίχους, χωρίς να θεωρεί τον εαυτό του στιχουργό, σε κάποια εμβληματικά ελληνικά τραγούδια: ΄΄Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι΄΄ του Μάνου Χατζιδάκι, ΄΄Ο Λεβέντης΄΄ του Μίκη Θεοδωράκη, “Τι να την κάνω τη χαρά΄΄ ,επίσης του Μίκη, ΄΄Το κορίτσι με το κορδελάκι΄΄ του Γιάννη Μαρκόπουλου, “Γκρεμισμένα σπίτια”, επίσης του Γιάννη Μαρκόπουλου και ένα σωρό άλλα. Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε πει: «Με τον Νότη μας ενώνει μια δυνατή φιλία. Ξεκινήσαμε από τις ίδιες λαϊκές ρίζες. Τα βιώματά μας είναι ίδια. Οι στόχοι μας οι ίδιοι. Πάντα πολεμήσαμε το ίδιο θεριό κι ονειρευόμαστε ένα λαό με γεμάτα μάτια κι όρθιο κεφάλι».

Οι ρόλοι στο θέατρο είναι κάτι το εφήμερο, έτσι κι αλλιώς, αλλά όσοι τον είδαν στον ΄΄Δον Καμίλο΄΄ με τον Μίμη Φωτόπουλο ή στο Μια ιστορία του Ιρκούτσκ΄΄ με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, σίγουρα τον θυμόνταν για πολύ καιρό μετά την παράσταση.
O ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του συγγραφέα. Έγραψε πολλά θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων ΄΄Το κορίτσι με το κορδελάκι”, “Μαγική πόλη”, “Η γειτονιά του Τσέχωφ”, ενώ αρκετά από τα μυθιστορήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά και στα δανικά.

Έγραψε το σενάριο και ήταν ο αφηγητής στην τηλεοπτική σειρά “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” που βασίστηκε στο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, που προβλήθηκε με μεγάλη επιτυχία το 1975.
“Ο Νότης Περγιάλης μένει συνεπής και πιστός απέναντι στις αξίες και τα ιδανικά του μέχρι τέλους. Ακουμπώντας την ψυχή του λαϊκού, απλού κόσμου. Στο τραγούδι για το μπλόκο της Καισαριανής, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, τραγουδά τον ηρωισμό αλλά και το θρήνο του λαού «Λευτέρη, με τα γαλανά τα μάτια και την ομορφιά, τους τοίχους που μπογιάτιζες πες μου την ύστερη στιγμή τι βρήκες και ζωγράφισες, και το κοιτάν στη γειτονιά και κλαίνε στο Παγκράτι;».
Στα «Γκρεμισμένα σπίτια», που μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος, προβάλλει τη ζωή και τους πόθους της φτωχολογιάς. Στο «Λεβέντης εροβόλαγε», που μελοποίησε πάλι ο Μίκης Θεοδωράκης, τραγουδά την ομορφιά της περήφανης και ανυπόταχτης στάσης ακόμη και μπροστά στο θάνατο΄΄, έγραψε για τον Νότη Περγιάλη η κα Κυριαζίδου, μέλος του τμήματος πολιτισμού του ΚΚΕ.

Και όπως είχε πει ο ίδιος, υπερασπιζόμενος τα ιδανικά για τα οποία αγωνίστηκε σε όλη του τη ζωή:
«Τα μονοπάτια στα βουνά υπάρχουν ακόμα… Εμείς, σα λαός, δε σκύψαμε το κεφάλι και ούτε πρόκειται να το σκύψουμε. Είμαστε λαός που θυμώνει και δεν ξεχνάει. Είναι ακατανόητο τι κατεργάζονται για τους λαούς. Καινούρια αίματα; Καινούριες περιπέτειες και διώξεις; Δε θα περάσουν αυτά. Υπάρχει τεράστια πείρα στους λαούς. Οι λαοί ξέρουν να αμυνθούν. Υπάρχει ο λόγος που δε σβήστηκε ακόμα ούτε από τα δέντρα, ούτε από τις πολιτείες, ούτε από τα χωριά. Αν έρθει άλλος ένας τρόπος για να καταπιέσουν τους λαούς, δε θα περάσει. Γιατί οι λαοί ξέρουν…».
Ο Νότης Περγιάλης έφυγε από τη ζωή στις 10 Νοεμβρίου 2009,σε ηλικια 89 χρονών, έχοντας επιλέξει να ακολουθήσει στη ζωή του τον δύσκολο δρόμο, υπηρετώντας με αυταπάρνηση τα ιδανικά και την Τέχνη του.
Δείτε το βίντεο-αφιέρωμα:
Πέθανε αργά το βράδυ πολύ γνωστή ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου
Ντία Αβδή: Μια διακριτική παρουσία από τη χρυσή εποχή του ελληνικού θεάματος
Υπάρχουν καλλιτέχνες που το όνομά τους γράφτηκε με μεγάλα γράμματα στις μαρκίζες και άλλοι που, χωρίς να αποκτήσουν την ίδια δημοσιότητα, άφησαν το δικό τους αποτύπωμα σε μια ολόκληρη εποχή. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει η Ντία Αβδή, μια ηθοποιός που πέρασε από το θέατρο, την επιθεώρηση, το ραδιόφωνο και τον ελληνικό κινηματογράφο, συμμετέχοντας σε παραγωγές δίπλα σε μερικούς από τους πιο αναγνωρίσιμους πρωταγωνιστές της εποχής.

Από την Αμαλιάδα στον κόσμο του θεάματος
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα βιογραφικά στοιχεία, η Ντία Αβδή γεννήθηκε το 1939 στην Αμαλιάδα, ενώ ως πραγματικό της όνομα αναφέρεται το Αδαμαντία Μανωλοπούλου.
Η καλλιτεχνική της διαδρομή συνδέθηκε ιδιαίτερα με το μουσικό θέατρο και την επιθεώρηση, ένα από τα δημοφιλέστερα είδη ψυχαγωγίας της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ήταν μια εποχή κατά την οποία οι ηθοποιοί συχνά δεν περιορίζονταν σε ένα μόνο μέσο: το ίδιο πρόσωπο μπορούσε να εμφανίζεται στη θεατρική σκηνή, στον κινηματογράφο και στο ραδιόφωνο.
Η Ντία Αβδή φαίνεται πως ακολούθησε ακριβώς αυτή την πολυσχιδή διαδρομή.

Στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας
Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1960 συναντάμε το όνομά της σε θεατρικές παραγωγές.
Το 1963 συμμετείχε στην επιθεώρηση Ντόλτσε Βίτα στην Αθήνα, σε έναν θίασο όπου βρίσκονταν σημαντικά ονόματα του ελληνικού θεάματος, όπως οι Άννα και Μαρία Καλουτά, Ορέστης Μακρής, Σταύρος Παράβας και Δέσποινα Στυλιανοπούλου.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1965, εμφανίζεται στο έργο Άνδρα θέλω, τώρα τόνε θέλω, με τον θίασο της Μάρως Κοντού, του Γιώργου Κωνσταντίνου και του Νίκου Ρίζου, ερμηνεύοντας τον ρόλο της Τασίας.
Οι συμμετοχές αυτές έχουν ιδιαίτερη αξία για την κατανόηση της πορείας της. Η Ντία Αβδή δεν ήταν απλώς ένα πρόσωπο που εμφανίστηκε περιστασιακά μπροστά στην κινηματογραφική κάμερα. Είχε ενεργή παρουσία στον επαγγελματικό θεατρικό χώρο μιας περιόδου εξαιρετικά πλούσιας για το ελληνικό θέαμα.
Η Ντία Αβδή στον ελληνικό κινηματογράφο
Η δεκαετία του 1960 ήταν παράλληλα η μεγάλη εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου. Οι κινηματογραφικές αίθουσες γέμιζαν, οι εταιρείες παραγωγής δημιουργούσαν δεκάδες ταινίες κάθε χρόνο και μια μεγάλη γενιά ηθοποιών περνούσε από τη θεατρική σκηνή στη μεγάλη οθόνη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον συναντάμε και τη Ντία Αβδή.
Στη φιλμογραφία της καταγράφονται συμμετοχές σε ταινίες όπως:
Τα Δίδυμα (1964)
Βίβα Ρένα (1967)
Δημήτρη μου Δημήτρη μου (1967)
Ο Σπαγγοραμμένος (1967)
Το Κορίτσι του Λούνα Παρκ (1968)
Η Αγάπη μας (1968)
Οι τίτλοι αυτοί αποτελούν σήμερα κομμάτι της ιστορίας του λαϊκού ελληνικού κινηματογράφου και αρκετοί εξακολουθούν να προβάλλονται στην τηλεόραση πολλές δεκαετίες μετά την πρώτη τους κυκλοφορία.
Έτσι, ακόμη και όταν το όνομα της Ντίας Αβδή δεν είναι τόσο γνωστό στο σημερινό κοινό όσο εκείνα των μεγάλων πρωταγωνιστών της εποχής, η εικόνα της εξακολουθεί να επιστρέφει μέσα από τις παλιές ελληνικές ταινίες.

Και πίσω από το μικρόφωνο
Μια λιγότερο γνωστή πλευρά της καλλιτεχνικής της δραστηριότητας ήταν η συμμετοχή της στο ραδιοφωνικό θέατρο.
Το αρχείο της ΕΡΤ διατηρεί στοιχεία από παλαιότερες θεατρικές παραγωγές του ραδιοφώνου στις οποίες συμμετείχε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ραδιοφωνική παρουσίαση του έργου Ο κύριος και η κυρία Ντάβεντρι, όπου η Ντία Αβδή αναφέρεται στον ρόλο της Ρόζας.
Η πληροφορία αυτή συμπληρώνει την εικόνα μιας ηθοποιού που εργάστηκε σε διαφορετικές μορφές της υποκριτικής τέχνης και όχι αποκλειστικά στον κινηματογράφο.
Ένα βιογραφικό με κενά και αντιφατικές πληροφορίες
Η έρευνα γύρω από τη ζωή της Ντίας Αβδή παρουσιάζει, ωστόσο, μια δυσκολία που συναντάται συχνά όταν αναζητούμε στοιχεία για ηθοποιούς που δεν βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας.
Οι πληροφορίες είναι περιορισμένες και σε ορισμένες περιπτώσεις αντικρουόμενες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σχέση της με τον επίσης ηθοποιό Απόστολο Αβδή. Σε μία βάση δεδομένων αναφέρεται ως πατέρας της, ενώ άλλες διαδικτυακές δημοσιεύσεις τον παρουσιάζουν ως σύζυγό της. Χωρίς ισχυρότερη πρωτογενή τεκμηρίωση, οποιαδήποτε από τις δύο εκδοχές δεν θα ήταν σωστό να παρουσιαστεί ως αδιαμφισβήτητο γεγονός.
Αυτό το κενό δείχνει και κάτι ευρύτερο: ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του παλιού ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου παραμένει διάσπαρτο σε προγράμματα παραστάσεων, εφημερίδες, περιοδικά, φωτογραφικά αρχεία και προσωπικές μαρτυρίες.

Μια ηθοποιός μιας ολόκληρης εποχής
Η ιστορία του ελληνικού θεάματος δεν δημιουργήθηκε μόνο από τους μεγάλους πρωταγωνιστές.
Δημιουργήθηκε και από τους δεκάδες ηθοποιούς που βρίσκονταν κάθε βράδυ στη σκηνή, συμμετείχαν στις επιθεωρήσεις, έμπαιναν στα κινηματογραφικά πλατό, έδιναν φωνή στους χαρακτήρες του ραδιοφωνικού θεάτρου και στήριζαν με τη δουλειά τους ολόκληρες παραγωγές.
Η Ντία Αβδή ήταν ένα από αυτά τα πρόσωπα.
Η παρουσία της δίπλα σε σημαντικούς καλλιτέχνες, οι θεατρικές εμφανίσεις της και οι συμμετοχές της σε ταινίες που εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της συλλογικής κινηματογραφικής μνήμης είναι αρκετές για να της εξασφαλίσουν μια μικρή αλλά ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ελληνικού θεάματος.
Και ίσως αυτός να είναι ο σημαντικότερος λόγος για να θυμόμαστε σήμερα καλλιτέχνες όπως η Ντία Αβδή: επειδή πίσω από κάθε μεγάλη εποχή υπάρχουν πολλά πρόσωπα των οποίων η ιστορία κινδυνεύει, όσο περνούν τα χρόνια, να χαθεί.
Η αναζήτηση και η καταγραφή τους δεν είναι απλώς νοσταλγία.
Είναι ένας τρόπος να διατηρείται ζωντανή η μνήμη του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.
- ΕΚΤΑΚΤΟ: Στο νοσοκομείο η μητέρα του Γιώργου Μαζωνάκη
- ΑΛΛΑΓΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΣΤΙΓΜΗΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΟΚΤΩΒΡΗ: ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ
- «Πλήρωνε εξαιρετικά, δεν είχα ποτέ θέμα…»: Η μοναδική γυναίκα που μπαινοέβγαινε στη βίλα του Μαζωνάκη «σπάει» την σιωπή
- Κραουνάκης για Μαζωνάκη: «Ποιο μηχάνημα; Όλοι ξέρουμε και κανείς δεν μιλάει»