Η συζήτηση του πρωθυπουργού με τον καθηγητή Ψηφιακής Διακυβέρνησης Γιάννη Θεοχάρη και τον Γιάννη Πρετεντέρη
Με την ομιλία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ολοκληρώνονται σήμερα, Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026, οι εργασίες του Athens Alitheia Forum, που πραγματοποιείται στο ξενοδοχείο InterContinental Athenaeum Athens. Στο πλαίσιο του συνεδρίου, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συζητά με τον Γιάννη Θεοχάρη, καθηγητή Ψηφιακής Διακυβέρνησης στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου, και τον Γιάννη Πρετεντέρη, εκδότη της εφημερίδας «Το Βήμα».
Κατά την έναρξη της παρέμβασής του, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συνεχάρη τον υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, καθώς και τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης, για τη διοργάνωση του συνεδρίου Athens Alitheia Forum, κάνοντας λόγο για μια συζήτηση με σημαντική εκπροσώπηση, η οποία –όπως ανέφερε– προκάλεσε και το ενδιαφέρον των νέων ανθρώπων.

Αναφερόμενος στην παραπληροφόρηση, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι οι ψευδείς ειδήσεις δεν αποτελούν νέο φαινόμενο, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι έχει αλλάξει ριζικά ο μηχανισμός διάδοσής τους. «Fake news υπήρχαν πάντα, τώρα έχει αλλάξει ο μηχανισμός. Υπάρχει ένα επιχειρηματικό μοντέλο που στηρίζεται στην κατανόηση του πώς δουλεύει ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Οι σχετικές πλατφόρμες αυξάνουν το λεγόμενο engagement» είπε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε ακόμη ότι υπάρχει ψευδής είδηση, αλλά όχι «ψευδής άποψη», προειδοποιώντας ότι σε συνδυασμό με τις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη διαμορφώνεται ο κίνδυνος ενός «εκρηκτικού κοκτέιλ», το οποίο μπορεί να δηλητηριάσει τη δημόσια σφαίρα.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε ακόμη στο τοξικό ψηφιακό περιβάλλον, σημειώνοντας ότι υπάρχουν μέσα ενημέρωσης τα οποία στοχοποιούν πρόσωπα χωρίς να είναι σαφές «ποιος εμφανίζεται από πίσω». Μάλιστα, έκανε ειδική αναφορά σε μέσα ενημέρωσης που με δημοσιεύματά τους στοχοποίησαν την κόρη του, θέτοντας το ερώτημα πώς μπορεί να υπάρξει προστασία σε ένα περιβάλλον όπου, όπως είπε, συχνά δεν υπάρχει δυνατότητα νομικής αντίδρασης. «Υπάρχουν ΜΜΕ ένα από αυτά που στοχοποίησε την κόρη μου που δεν εμφανίζεται κανείς από πίσω. Πώς προστατευόμαστε σε αυτό το περιβάλλον που κανείς δεν μπορεί να κινηθεί νομικά. Το θέμα είναι να προστατεύονται τα παραδοσιακά ΜΜΕ» επεσήμανε.
Παράλληλα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στάθηκε στην ανάγκη ανάπτυξης μηχανισμών πιστοποίησης της αυθεντικότητας του περιεχομένου, επισημαίνοντας τη σημασία των watermarks ως εργαλείου που μπορεί να αποδεικνύει τι είναι γνήσιο και τι όχι. Όπως είπε, απέναντι στις νέες προκλήσεις κρίσιμο ρόλο έχει και η εκπαίδευση της νέας γενιάς. «Την δικιά μας γενιά φοβάμαι περισσότερο. Εχω δει δικό μου βίντεο να μιλάω κινέζικα και να κινώ τα χείλη μου σε άψογη κινέζικη γλώσσα. Είναι οι πρώτες σκέψεις για το πως θα αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο αυτό» επεσήμανε.
Σε άλλο σημείο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επισήμανε ότι το 2027 θα είναι μια χρονιά με πολλές εκλογικές αναμετρήσεις, κάνοντας λόγο για ζήτημα «αυτοπροστασίας» της δημοκρατίας και του δημόσιου διαλόγου. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η κυβέρνησή του έχει επιδείξει ανοχή στην κριτική, σημειώνοντας ότι ο ίδιος δεν έχει καταθέσει ποτέ αγωγή, παρότι –όπως είπε– έχουν ειπωθεί «τέρατα» σε βάρος του. «Το φίλτρο του πολιτικού θα πρέπει να είναι πιο αυστηρό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ούτε ΠΑΣΟΚ, ούτε Καρυστιανού: Το μοναδικό κόμμα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης πιστεύει ότι μπορεί να απειλήσει τη ΝΔ
Το πραγματικό πολιτικό άγχος του Μεγάρου Μαξίμου δεν φαίνεται να βρίσκεται ούτε στο ΠΑΣΟΚ ούτε στα προσωποπαγή ή συγκυριακά κύματα διαμαρτυρίας που αναπτύσσονται κατά καιρούς στην κοινωνία.
Αντίθετα, φαίνεται πως θεωρούν ότι ο μόνος αντίπαλος που θα μπορούσε να αποκτήσει ξανά χαρακτηριστικά ουσιαστικής απειλής για τη ΝΔ είναι ο χώρος που συνδέεται με την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα.
Σύμφωνα με το Έθνος, στο πρωθυπουργικό επιτελείο έχει διαμορφωθεί μια σαφής στρατηγική ιεράρχηση των πολιτικών αντιπάλων, η οποία αντιμετωπίζει με εντελώς διαφορετικούς όρους κάθε πιθανό μέτωπο.
Στην περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού, η ανάδειξή της σε βασικό αντίπαλο του κεντρικού συστήματος εξουσίας θεωρείται από ορισμένους περισσότερο συγκυριακή και επικοινωνιακή παρά ουσιαστική, με την εκτίμηση ότι η δυναμική αυτού του κύματος δεν έχει τα χαρακτηριστικά σταθερής πολιτικής απειλής.
Η ίδια εικόνα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, επικρατεί και για το ΠΑΣΟΚ. Στο Μαξίμου φέρονται να θεωρούν πως το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης παραμένει εγκλωβισμένο στις εσωτερικές του αδυναμίες και αδυνατεί να διαμορφώσει ένα ισχυρό, συνεκτικό και διευρυνόμενο αντιπολιτευτικό ρεύμα. Με άλλα λόγια, η κυβερνητική ανάγνωση είναι ότι το ΠΑΣΟΚ δεν δείχνει ικανό, τουλάχιστον στο ορατό διάστημα, να μετατραπεί σε πραγματικό διεκδικητή της πολιτικής πρωτοκαθεδρίας.
Γι’ αυτό και ο βραχυπρόθεσμος αλλά και μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός του Μεγάρου Μαξίμου επικεντρώνεται αλλού: στο να κρατηθεί το ΠΑΣΟΚ στο περιθώριο της κεντρικής πολιτικής αναμέτρησης, ενώ το μεγαλύτερο βάρος της πολιτικής και επικοινωνιακής αντιπαράθεσης στρέφεται προς τον Αλέξη Τσίπρα. Η επιλογή αυτή μόνο τυχαία δεν είναι. Στην κυβέρνηση φαίνεται πως πιστεύουν ότι μόνο μια ενδεχόμενη ανασυσπείρωση του χώρου που εκπροσωπεί ο πρώην πρωθυπουργός θα μπορούσε να δημιουργήσει εκ νέου έναν σαφή αντιπολιτευτικό πόλο απέναντι στη ΝΔ.
Ωστόσο, αυτή η στρατηγική δεν θεωρείται χωρίς ρίσκο. Στο εσωτερικό των κυβερνητικών αναλύσεων υπάρχουν φωνές που επισημαίνουν ότι, όσο περισσότερο το Μαξίμου επιλέγει να αντιμετωπίζει τον Αλέξη Τσίπρα ως τον βασικό του αντίπαλο, τόσο περισσότερο ενδέχεται να ενισχύει τη δημόσια εικόνα του ως του μόνου παίκτη που μπορεί να σταθεί απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική στόχευση αποδυνάμωσης θα μπορούσε να καταλήξει, υπό προϋποθέσεις, σε άθελη αναβάθμιση.