Ελλάδα

Μαζωνάκης Πώς έφτασε στο σημείο να μη λέει ούτε «καλημέρα» με την οικογένειά του – Η άγρια κόντρα ο εγκλεισμός στο Δρομοκαΐτειο

Για χρόνια, ο Γιώργος Μαζωνάκης έδινε την εικόνα ενός ανθρώπου βαθιά δεμένου με την οικογένειά του. Μιλούσε με αγάπη για τους γονείς του, είχε στο πλευρό του…

Για χρόνια, ο Γιώργος Μαζωνάκης έδινε την εικόνα ενός ανθρώπου βαθιά δεμένου με την οικογένειά του. Μιλούσε με αγάπη για τους γονείς του, είχε στο πλευρό του τις αδελφές του και ειδικά με τη Βάσω Μαζωνάκη διατηρούσε μία στενή προσωπική και επαγγελματική σχέση. Κι όμως, μέσα σε λίγα χρόνια, αυτό το οικογενειακό σκηνικό διαλύθηκε με τρόπο που ούτε ο ίδιος, όπως παραδέχτηκε αργότερα, μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Από τις κοινές εμφανίσεις και την απόλυτη εμπιστοσύνη, η κατάσταση οδηγήθηκε σε δικαστικές διενέξεις, βαριές αλληλοκατηγορίες, πλήρη διακοπή επικοινωνίας και τελικά σε μία από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του: την ακούσια εισαγωγή του στο Δρομοκαΐτειο.

Η τελευταία συνέντευξη του Γιώργου Μαζωνάκη

Η ιστορία αυτή έμελλε να γίνει ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ζωής του τραγουδιστή. Και όσο πλησίαζε προς το τέλος της ζωής του, ο ίδιος μιλούσε όλο και πιο ανοιχτά για όσα είχαν συμβεί. Στην τελευταία μεγάλη συνέντευξη που παραχώρησε στον Τάσο Τρύφωνος και στο «Τετ Α Τετ» του Alpha Κύπρου, τον Ιούλιο του 2026, ο Μαζωνάκης περιέγραψε με πρωτοφανή ειλικρίνεια την πίκρα, την προδοσία που ένιωθε και το γεγονός ότι είχε πλέον φτάσει στο σημείο να μην απαντά καν σε τηλεφώνημα από την οικογένειά του.

«Μερικές φορές οι άνθρωποι προσπαθούν να σε επηρεάσουν, με επηρέασαν κατά του εαυτού μου. Αρέσει στους ανθρώπους να κάνουν ιστορίες. Όλα έγιναν προφητικά στη ζωή μου. Δεν ήταν ειλικρινής η οικογένειά μου όταν είπαν ότι θέλουν το καλό μου, ψευδής ήταν αυτό. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν κάποιος άνθρωπος κατά μου. Δεν άνοιξα ποτέ τηλεόραση, δεν πήρα ποτέ δημοσιογράφο τηλέφωνο.

Ο Θεός σου δίνει αυτά που αντέχεις, αυτά είναι δοκιμασίες στη ζωή μου. Εμένα η πίστη και η πίστα με έσωσε. Ξεκίνησα από μικρός να κάνω ό,τι έκανα, δεν με βοήθησε κανείς ποτέ. Αυτό που με πληγώνει περισσότερο και κακώς με πληγώνει ότι κάποιος θα πει “έτσι συμπεριφέρθηκε στην οικογένειά του;”».

Η Βάσω Μαζωνάκη υπήρξε για χρόνια ένα από τα πιο κοντινά πρόσωπα στη ζωή του. Ο ίδιος είχε φροντίσει αργότερα να ξεκαθαρίσει πως δεν τη θεωρούσε «μάνατζέρ» του με τη στενή έννοια του όρου, αλλά συνεργάτιδα. Όπως είπε στην τελευταία του συνέντευξη, οι αποφάσεις για την καριέρα του τις έπαιρνε πάντοτε ο ίδιος. Σταδιακά, όμως, όπως υποστήριζε, αυτή η ισορροπία άρχισε να αλλάζει. Ο ίδιος περιέγραφε ότι είχαν προηγηθεί πολλές συζητήσεις και προσπάθειες να βρεθεί λύση, μέχρι που έφτασε στο συμπέρασμα πως δεν μπορούσαν πλέον να συνεχίσουν την επαγγελματική τους συνεργασία. Η αρχική απόσταση, όμως, δεν έμεινε μόνο στο επαγγελματικό επίπεδο. Έγινε βαθιά προσωπική και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ανοιχτό οικογενειακό πόλεμο.

«Δεν ήταν μάνατζερ η Βάσω, ήταν συνεργάτης. Τις αποφάσεις τις έπαιρνα εγώ. Αυτό άρχισε να αλλάζει αρκετά χρόνια πριν. Επίσης, για να πάρω μία απόφαση και να πω ότι αυτό είναι έτσι, πρέπει να το δω από πολλές πλευρές. Να το εξαντλήσω, να βεβαιωθώ ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται ή και το αντίθετο. Υπήρξαν, λοιπόν, μια σειρά από καταστάσεις που μας οδήγησαν στο να σταματήσουμε τη συνεργασία μας.

Περάσαμε από κουβέντες, κουβέντες, κουβέντες και κατάλαβα ότι δεν μπορούμε να συνεργαστούμε άλλο. Πολύ φυσιολογικά, να πάρουμε μια απόσταση από τα πράγματα. Τον τελευταίο χρόνο, όμως, αυτό έγινε έντονο από την πλευρά της οικογένειας, όχι από τη δική μου».

Το 2024 έγινε για πρώτη φορά δημόσια γνωστό ότι ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε κινηθεί νομικά εναντίον της αδελφής του για περιουσιακά και εταιρικά ζητήματα. Στο επίκεντρο της διαμάχης βρέθηκε, μεταξύ άλλων, ακίνητο στη Μύκονο και εταιρικές μεταβιβάσεις για τις οποίες ο τραγουδιστής υποστήριζε ότι δεν είχε ενημερωθεί και δεν είχε συναινέσει. Από την πλευρά της οικογένειας, η υπόθεση παρουσιαζόταν διαφορετικά, και έτσι το θέμα πήρε τον δρόμο της Δικαιοσύνης.

Τον Ιούνιο του 2024, στην πρώτη μεγάλη τηλεοπτική του τοποθέτηση για το θέμα στην εκπομπή Super Κατερίνα, ο Μαζωνάκης είχε δείξει ξεκάθαρα ότι θεωρούσε την υπόθεση πολύ μεγαλύτερη από όσα είχαν γίνει γνωστά. «Είναι πολύ μεγαλύτερο αυτό το πράγμα από ό,τι μέχρι τώρα ξέρετε», είχε πει, περιγράφοντας την κατάσταση ως μία προσωπική, επαγγελματική και ηθική σύγκρουση.

«Δεν δημιούργησα εγώ το πρόβλημα και δεν μπορώ να είμαι υπόλογος για κάτι. Φανταστείτε στο δικό μου μυαλό τι έχει γίνει. Είναι μία υπόθεση που δεν περίμενα ότι θα συμβεί στα 50 μου χρόνια. Είναι μία δοκιμασία που μου βάζει ο Θεός για να δει αν αλλαξοπιστήσω. Είμαι γεννημένος για να ενώνω τα πράγματα για το καλό κι όχι να δημιουργώ κακές ενέργειες και δυνάμεις. Από εκεί και μετά θα πρέπει να μπούνε όρια στα πράγματα και θα πρέπει να καταλάβει ο καθένας τα όριά του και ποιος είναι τι. Για εμένα είναι πολύ στενάχωρο γιατί έχω θιγεί επαγγελματικά και προσωπικά σε μεγάλο βαθμό», είχε πει ο δημοφιλής τραγουδιστής.

«Μεταβιβάστηκαν εν αγνοία μου μετοχές στην αδελφή μου και τον σύζυγός της. Το πρόβλημα είναι προσωπικό, επαγγελματικό και ηθικό. Είναι πολύ μεγαλύτερο το πράγμα από ό,τι μέχρι τώρα ξέρετε. Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει. Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον. Αν εγώ είμαι λάθος, τότε θα βγω και θα ζητήσω συγγνώμη. Εγώ θέλω να είμαι μεγαλόψυχος», είχε αναφέρει ακόμα.

Το σοκ για τον ίδιο δεν ήταν μόνο οικονομικό ή νομικό. Ήταν κυρίως συναισθηματικό. Ο Μαζωνάκης είχε μεγαλώσει μέσα σε μία οικογένεια που, όπως έλεγε, μπορεί να μην ήταν τυπικά δεμένη γύρω από κυριακάτικα τραπέζια, αλλά είχε πολύ χιούμορ και χαλαρές σχέσεις. Το ότι έφτασε τελικά σε ανοιχτή ρήξη με τους δικούς του ανθρώπους έμοιαζε για εκείνον σχεδόν εξωπραγματικό.

Στην τελευταία του συνέντευξη είπε χαρακτηριστικά πως αν του έλεγε κάποιος χρόνια πριν ότι μία μέρα δεν θα μιλούσε με την οικογένειά του, θα το θεωρούσε αδύνατο. Περιέγραφε την κατάσταση σαν κάτι από το οποίο περίμενε ακόμη να «ξυπνήσει», σαν να μην είχε καταφέρει ποτέ να συμβιβαστεί πλήρως με το γεγονός ότι οι σχέσεις είχαν φτάσει τόσο μακριά. Παρότι είχε πικραθεί, επέμενε ότι δεν είχε πάψει να αγαπά τους γονείς και τις αδελφές του. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι ήταν διατεθειμένος να συνεχίσει την επικοινωνία σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Στην ίδια συνέντευξη αποκάλυψε πως, αν έβλεπε τηλεφώνημα από την οικογένειά του, δεν θα απαντούσε, γιατί όσες φορές είχε επιχειρήσει να μιλήσει μαζί τους, όπως έλεγε, η συμπεριφορά που αντιμετώπιζε παρέμενε η ίδια.

Αυτό ήταν ίσως και το πιο χαρακτηριστικό σημείο της πλήρους διάρρηξης: δεν υπήρχε πια ούτε η στοιχειώδης καθημερινή επικοινωνία. Ο δικηγόρος του, Γιώργος Μερκουλίδης, το καλοκαίρι του 2025 το είχε πει ακόμη πιο ξεκάθαρα: «Δεν έχει καμιά επικοινωνία ούτε με τη μητέρα, ούτε με τις αδερφές, ούτε με τον πατέρα του».

Το καλοκαίρι του 2025 η οικογενειακή σύγκρουση πέρασε σε εντελώς άλλο επίπεδο. Στις 14 Αυγούστου, συγγενείς του Γιώργου Μαζωνάκη προσέφυγαν στις αρμόδιες αρχές ζητώντας την ακούσια ψυχιατρική του εξέταση. Ακολούθησε εισαγγελική παραγγελία και αστυνομικοί πήγαν στο σπίτι του για να τον μεταφέρουν στο Δρομοκαΐτειο.

Η οικογένειά του υποστήριζε τότε, μέσω των νομικών εκπροσώπων της, πως μοναδικό της μέλημα ήταν η υγεία και η ασφάλειά του. Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος και ο δικηγόρος του κατήγγειλαν τη διαδικασία ως μεθοδευμένη και συνδεδεμένη με την προϋπάρχουσα δικαστική διαμάχη. Πρόκειται για δύο εντελώς αντικρουόμενες εκδοχές της ίδιας δραματικής περιόδου, που ποτέ δεν γεφυρώθηκαν.

Προτεινόμενο ΆρθροΕΚΤΑΚΤΟ ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΖΩΝΑΚΗ – ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΜΟΛΙΣ ΜΑΘΕΥΤΗΚΕ

Η περιγραφή του ίδιου του Μαζωνάκη για εκείνη την ημέρα είναι από τις πιο δυνατές που είχε κάνει ποτέ. Είπε ότι επέστρεψε από τη βόλτα με την Αρίθα και ξαφνικά χτύπησε η πόρτα. Δύο αστυνομικοί με πολιτικά τού έδειξαν το έγγραφο και τον ενημέρωσαν ότι έπρεπε να πάει στο Δρομοκαΐτειο. Μία από τις αδελφές του, όπως υποστήριζε, περίμενε έξω με αυτοκίνητο για να ακολουθήσει.

Ο ίδιος περιέγραψε ότι παρέμεινε ψύχραιμος: έφαγε, έκανε μπάνιο και ακολούθησε τους αστυνομικούς. Μέσα του, όμως, η εμπειρία ήταν διαφορετική. Αργότερα την περιέγραψε με δύο λέξεις που συνοψίζουν όσα ένιωθε: «τρόμο και προδοσία».

Η ακούσια εισαγωγή του στο Δρομοκαΐτειο άφησε ένα βαθύ αποτύπωμα πάνω του. Στην τελευταία του συνέντευξη, ο Μαζωνάκης είπε ότι εκείνη η εμπειρία τον ανάγκασε να δει πολλά πράγματα διαφορετικά. Θεωρούσε ότι η κίνηση της οικογένειας ήταν ξεκάθαρη απέναντί του και πίστευε ότι ο κόσμος, τελικά, ήταν εκείνος που τον προστάτευσε ψυχολογικά.

Η πιο σκληρή ίσως φράση που χρησιμοποίησε ήταν ότι «η αγάπη των συγγενών μερικές φορές είναι καταστροφή». Δεν αρνήθηκε ποτέ την αγάπη του για τους δικούς του ανθρώπους, αλλά ξεκαθάρισε ότι η δική του αντίληψη για το τι σημαίνει «θέλω το καλό σου» είχε πλέον αλλάξει ριζικά.

Ο ίδιος υποστήριζε πως ποτέ δεν αισθάνθηκε επικίνδυνος ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους γύρω του. Μετά την ολιγοήμερη παραμονή του στο ψυχιατρικό νοσοκομείο, η θεραπευτική ομάδα αποφάσισε την έξοδό του. Ο δικηγόρος του παρουσίασε την εξέλιξη ως δικαίωση του τραγουδιστή και υποστήριξε ότι δεν υπήρχε λόγος για ακούσια νοσηλεία. Η οικογένεια, από την άλλη, συνέχισε να επιμένει ότι είχε κινηθεί από ανησυχία για την υγεία και την ασφάλειά του.

Μετά την έξοδό του, ο Μαζωνάκης ανέβασε στα social media εικόνες από το δωμάτιο όπου είχε νοσηλευτεί. Η φράση που συνόδευσε το βίντεο ήταν χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο προσπαθούσε να αντιμετωπίζει τις δύσκολες καταστάσεις: «Δοκιμασίες, τα δώρα του Θεού», ενώ λίγο αργότερα έγραφε «Μα ζω ακόμα».

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό για το πόσο είχαν απομακρυνθεί είναι ότι, σύμφωνα με τον τότε δικηγόρο του, η οικογένεια δεν είχε καθημερινή επαφή μαζί του πριν από την ακούσια νοσηλεία. Η τελευταία σημαντική επαφή τους φέρεται να είχε γίνει περίπου έναν μήνα νωρίτερα, όταν συγγενικά του πρόσωπα πήγαν στο σπίτι του. Σύμφωνα με την πλευρά του τραγουδιστή, εκείνος τους ξεκαθάρισε ότι δεν επιθυμούσε επικοινωνία και ότι πλέον θα τα έλεγαν στα δικαστήρια.

Αυτό εξηγεί και γιατί η ιστορία πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις. Δεν επρόκειτο πια για μία οικογενειακή παρεξήγηση, ούτε απλώς για μία διαφωνία ανάμεσα σε δύο αδέλφια. Η σχέση είχε ήδη περάσει από την επαγγελματική ρήξη στα ασφαλιστικά μέτρα, από εκεί στην πλήρη διακοπή επικοινωνίας και τελικά στην ακούσια ψυχιατρική εξέταση.

Στην τελευταία του συνέντευξη, δύο μήνες πριν από τον θάνατό του, ο Μαζωνάκης έλεγε ότι δεν είχε σταματήσει να αγαπά την οικογένειά του, αλλά ήταν πικραμένος και ψυχραμένος. Και μετά πρόσθετε κάτι πολύ συγκεκριμένο: αν έβλεπε τηλεφώνημα από εκείνους, δεν θα το σήκωνε.

Ουσιαστικά, ο άνθρωπος που χρόνια νωρίτερα μιλούσε με ευγνωμοσύνη για τους γονείς του, είχε φτάσει στο σημείο να μη θέλει ούτε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους. Δεν υπήρχε μία απλή ψυχρότητα, αλλά πλήρης ρήξη εμπιστοσύνης. Και ταυτόχρονα, στο ίδιο πρόσωπο συνυπήρχε η ελπίδα. Παρά τα δικαστήρια και την οργή του, ο ίδιος έλεγε ότι δεν θα έπαυε ποτέ να αγαπά. Το ότι δεν απαντούσε στα τηλέφωνα δεν σήμαινε πως είχε πάψει να αισθάνεται. Σήμαινε ότι, τουλάχιστον εκείνη την περίοδο, θεωρούσε πως είχε εξαντλήσει τα περιθώρια.

Από την πρώτη στιγμή που η οικογενειακή διαμάχη έγινε γνωστή, ο Μαζωνάκης επαναλάμβανε μία φράση: ότι τον είχαν «σώσει η πίστη και η πίστα». Η πίστη του στον Θεό ήταν κάτι που επανερχόταν σε πολλές από τις δημόσιες τοποθετήσεις του, και τις δυσκολίες τις χαρακτήριζε «δοκιμασίες». Η σκηνή ήταν το άλλο του καταφύγιο. Όσο η προσωπική ζωή του βρισκόταν σε αναταραχή, συνέχιζε να τραγουδά, να εμφανίζεται μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους και να σχεδιάζει τα επόμενα επαγγελματικά του βήματα. Η δημόσια εικόνα ενός ατρόμητου, εκκεντρικού σταρ ήταν συχνά σε πλήρη αντίθεση με όσα περιέγραφε για τη δική του εσωτερική πραγματικότητα.

Στην τελευταία του συνέντευξη μίλησε και για το πώς είχε μάθει να σωπαίνει, να μη βιάζεται να απαντήσει και να απομακρύνεται από τον θόρυβο. Είπε ότι για χρόνια η έκθεση τον τρόμαζε και ότι κάποτε θα επηρεαζόταν πολύ από όσα έλεγαν για εκείνον. Σταδιακά, όμως, προσπαθούσε να αποστασιοποιείται και να διαχειρίζεται όσα συνέβαιναν με διαφορετικό τρόπο.

Ίσως αυτό που κάνει την ιστορία ακόμη πιο σκληρή είναι η αντίθεση με το παρελθόν. Ο Μαζωνάκης είχε μιλήσει δημόσια με αγάπη για τους ανθρώπους που τον μεγάλωσαν. Σε παλαιότερη συνέντευξή του είχε ευχαριστήσει τους γονείς του «που με έφεραν στη γη», ενώ σε δημόσιες εμφανίσεις η σχέση του με τη μητέρα του παρουσιαζόταν ιδιαίτερα τρυφερή. Το 2022, όταν εκείνη χόρεψε ζεϊμπέκικο σε συναυλία του, ο ίδιος είχε συγκινηθεί πολύ. Ακόμη και το 2023, οι γονείς του βρίσκονταν στο πλευρό του σε συναυλία του στο Κατράκειο.

Γι’ αυτό και η μεταμόρφωση της σχέσης τους προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση. Μέσα σε περίπου δύο χρόνια, από την εικόνα μίας οικογένειας που χειροκροτούσε τον Γιώργο κάτω από τη σκηνή, έφτασαν στο σημείο εκείνος να δηλώνει ότι δεν θα απαντούσε αν έβλεπε το τηλέφωνό τους στην οθόνη του κινητού.

Ειδήσεις σήμερα

Ροή Ειδήσεων