Μια συγκινητική εξομολόγηση μοιράστηκε η Τζένη Χειλουδάκη μέσα από τους λογαριασμούς της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γνωστοποιώντας ότι περνά μια δύσκολη περίοδο που σχετίζεται με την κατάσταση της υγείας της.
Η ανάρτησή της προκάλεσε ανησυχία στους ανθρώπους που παρακολουθούν τη διαδικτυακή της παρουσία, καθώς αποκάλυψε ότι έχει αποφασίσει να απομακρυνθεί προσωρινά από τα social media, προκειμένου να δώσει προτεραιότητα στον εαυτό της και στην αντιμετώπιση του προβλήματος που την απασχολεί.
Η Τζένη Χειλουδάκη άφησε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο χειρουργικής επέμβασης, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τη φύση του ζητήματος υγείας που αντιμετωπίζει.
Η συγκινητική ανάρτηση της Τζένης Χειλουδάκη
«Θα σας αφήσω για λίγο καιρό. Θέλω να προσέξω περισσότερο την υγεία μου. Ίσως χρειαστεί να κάνω και μια επέμβαση σε κάτι κυστούλες και έκοψα και το τσιγάρο με εντολή του γιατρού μου. Πήρα κάποιες εξετάσεις που περίμενα και θα κάνω ακόμα κάτι συμπληρωματικές. Να προσέχετε, να έχετε υγεία. Και μια συμβουλή από μένα: Ό,τι έχετε να κάνετε, κάντε το τώρα. Μην αναβάλλετε πράγματα. Χαρές, λύπες, ιατρικές εξετάσεις, συγγνώμες που πρέπει να πείτε, «σ’ αγαπώ» που δεν είπατε ποτέ. Σας γλυκοφιλώ. Η Τζένη σας. Κάρμα όλα. Πιστεύω θα τα πούμε ξανά. 🙏 Υστερόγραφο: Δεν θα χρειαστώ απολύτως καμία οικονομική ενίσχυση, έτσι για να προλάβω κάποιους που θα πουν τις κακίες τους. Θέλω μόνο τη θετική σας ενέργεια και τις ευχές σας. Αυτά. 🙏 Όλα θα πάνε καλά».
Λίγα λόγια για την Τζένη Χειλουδάκη
Η Τζένη Χειλουδάκη υπήρξε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα πρόσωπα της ελληνικής showbiz κατά τη δεκαετία του 1990, όταν η παρουσία της στον χώρο του μόντελινγκ και οι δημόσιες εμφανίσεις της συγκέντρωναν έντονο ενδιαφέρον. Στην πορεία ασχολήθηκε και με τη συγγραφή βιβλίων, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει επιλέξει έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής, μακριά από τη δημοσιότητα που κάποτε αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς της.
Πλέον ζει στην ιδιαίτερη πατρίδα της, τη Σητεία της Κρήτης, όπου έχει δημιουργήσει μια πιο ήρεμη καθημερινότητα. Σε παλαιότερη συνέντευξή της στη LiFO είχε μιλήσει ανοιχτά για τις μεγάλες αλλαγές στη ζωή της, τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε, αλλά και την ανάγκη της να αφήσει πίσω την έντονη ζωή των προηγούμενων δεκαετιών. Όπως είχε εξηγήσει, η επιστροφή στον τόπο της τη βοήθησε να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές της και να αναζητήσει την προσωπική της ηρεμία.
Παρότι έχει απομακρυνθεί από την τηλεόραση και τον χώρο της μόδας, παραμένει ενεργή στα social media, διατηρώντας άμεση επικοινωνία με τους ανθρώπους που την ακολουθούν. Μάλιστα, τον περασμένο Σεπτέμβριο είχε αποκαλύψει ότι βοήθησε οικονομικά μια μονογονεϊκή οικογένεια, αναλαμβάνοντας την πληρωμή λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος. Η ίδια έχει αναφερθεί πολλές φορές στη σημασία της αλληλεγγύης, έχοντας βιώσει και προσωπικά δύσκολες περιόδους κατά τις οποίες χρειάστηκε τη στήριξη άλλων ανθρώπων.
Έκτακτο: «Ετοιμαστείτε για πόλεμο ή ολικό μπλακάουτ» – Οδηγός επιβίωσης
Η βρετανική κυβέρνηση κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, ζητώντας από εκατομμύρια νοικοκυριά να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο μιας σαρωτικής εθνικής κρίσης. Μέσα από τη νέα επίσημη καμπάνια με τίτλο «Be Ready», το κράτος καλεί τους πολίτες να συγκεντρώσουν προμήθειες έκτακτης ανάγκης, ικανές να τους κρατήσουν ζωντανούς και αυτόνομους για τουλάχιστον τρεις ημέρες. Το σενάριο δεν αφορά απλώς μια φυσική καταστροφή. Ο υπουργός Άμυνας, Ουές Στρίτινγκ, έθεσε δημόσια το ερώτημα της επιβίωσης σε περίπτωση που κυβερνοεπιθέσεις από εχθρικά κράτη ρίξουν τα συστήματα πληρωμών στα σούπερ μάρκετ ή διαλύσουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η απειλή έχει ήδη πάρει ρεαλιστικές διαστάσεις. Τις τελευταίες ώρες, 32 βρετανικοί κυβερνητικοί ιστότοποι έπεσαν λόγω ενός κρίσιμου κενού ασφαλείας στη γλώσσα προγραμματισμού PHP. Ειδικοί του Εθνικού Κέντρου Κυβερνοασφάλειας, σε συνεργασία με την OpenAI, προσπαθούν να αποτρέψουν τα χειρότερα. Κορυφαίοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι, όπως ο αρχηγός του στρατού Σερ Ρόλι Γουόκερ, απαιτούν να ξεκινήσει επιτέλους μια ξεκάθαρη συζήτηση με τον κόσμο για την ανάγκη προετοιμασίας απέναντι σε ρωσική δολιοφθορά ή μια ενδεχόμενη ευρύτερη σύγκρουση.
Το κιτ της επιβίωσης
Ο οδηγός της Ντάουνινγκ Στριτ είναι απόλυτα συγκεκριμένος. Κάθε σπίτι πρέπει να διαθέτει ραδιόφωνο με μανιβέλα ή μπαταρίες, καθώς και φορτισμένα power banks για την περίπτωση ενός γενικού μπλακάουτ. Οι πολίτες καλούνται να αποθηκεύσουν ένα μείγμα από χαρτονομίσματα και κέρματα. Τα μετρητά θεωρούνται η μόνη σανίδα σωτηρίας όταν τα ΑΤΜ νεκρώσουν και οι ηλεκτρονικές συναλλαγές σταματήσουν να λειτουργούν.

Η αποθήκευση τροφίμων και νερού αποτελεί τον πυρήνα του σχεδίου. Η οδηγία προβλέπει τρία λίτρα πόσιμου νερού την ημέρα για κάθε άτομο, συν επιπλέον ποσότητες για το μαγείρεμα και το πλύσιμο. Τα ράφια των σπιτιών πρέπει να γεμίσουν με κονσέρβες κρέατος, ψαριών και λαχανικών, ξηρούς καρπούς και αποξηραμένα φρούτα. Προϊόντα δηλαδή με μεγάλη διάρκεια ζωής που δεν απαιτούν ψυγείο ή μαγείρεμα. Μαζί με αυτά, τα νοικοκυριά πρέπει να εξασφαλίσουν αποθέματα σε φάρμακα, βρεφικό γάλα και τροφή για κατοικίδια.

Οι αρχές προειδοποιούν ότι χωρίς ρεύμα, τα σπίτια θα παγώσουν εξαιρετικά γρήγορα. Κουβέρτες, υπνόσακοι και ζεστά ρούχα πρέπει να βρίσκονται σε άμεση πρόσβαση. Η σύσταση είναι η συγκέντρωση αυτού του εξοπλισμού να γίνει σταδιακά, κατά τη διάρκεια των καθημερινών αγορών, ώστε να μην επιβαρυνθεί απότομα ο οικογενειακός προϋπολογισμός. Κάθε έξι μήνες, οι προμήθειες θα πρέπει να ελέγχονται για ημερομηνίες λήξης.
Η κοινωνική οργάνωση
Η οδηγία συνοδεύεται από μια έκκληση για γειτονική αλληλεγγύη. Το κράτος ζητά από τους Βρετανούς να ανταλλάξουν τηλέφωνα με τους γείτονές τους και να συμφωνήσουν εκ των προτέρων πώς θα μοιραστούν τις προμήθειές τους κατά τη διάρκεια μιας διακοπής ρεύματος.
Ο υπουργός Ασφαλείας Νταν Τζάρβις ξεκαθάρισε ότι η Βρετανία απλώς εναρμονίζεται με χώρες όπως η Γαλλία, η Ιρλανδία και η Ολλανδία, όπου η κουλτούρα της πολιτικής προστασίας είναι ήδη εμπεδωμένη. Ο στόχος είναι ωμός. Όταν χτυπήσει η κρίση, οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης θα καταρρεύσουν από το βάρος. Όσοι έχουν ακολουθήσει τις οδηγίες, θα μπορέσουν να επιβιώσουν αυτόνομα τις πρώτες κρίσιμες ώρες, αφήνοντας τον κρατικό μηχανισμό να ασχοληθεί αποκλειστικά με όσους βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο.