Life

Νοσοκόμα σε μονάδα ετοιμοθάνατων αποκαλύπτει τα 5 μεγαλύτερα πράγματα που μετανιώνουν οι άνθρωποι λίγο πριν πεθάνουν

Τις περισσότερες φορές, θεωρούμε τα πράγματα δεδομένα και ξεχνάμε να εκτιμήσουμε αυτά που έχουμε – μέχρι να είναι πολύ αργά. Το να μετανιώνουμε για λάθη που…

Τις περισσότερες φορές, θεωρούμε τα πράγματα δεδομένα και ξεχνάμε να εκτιμήσουμε αυτά που έχουμε – μέχρι να είναι πολύ αργά.
Το να μετανιώνουμε για λάθη που κάναμε ή για όσα δεν τολμήσαμε να προσπαθήσουμε είναι απλώς μέρος της ανθρώπινης φύσης. Μερικές φορές, η ζωή μας δίνει δεύτερες ευκαιρίες να διορθώσουμε τα πράγματα· άλλες φορές, είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε με τις τύψεις μας και να λυπόμαστε για τις χαμένες ευκαιρίες και δυνατότητες.

Έχεις αναρωτηθεί ποτέ ποια είναι τα πράγματα που μετανιώνουμε περισσότερο, εσύ κι εγώ;

Η Μπρόνι Γουέαρ, μια νοσηλεύτρια που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε μονάδα ετοιμοθάνατων και είδε πολλούς ασθενείς της να φεύγουν από τη ζωή μπροστά στα μάτια της, μοιράζεται τα πέντε ποιο κοινά πράγματα που μετανιώνουν οι ανθρώπων που ξέρουν ότι έχει φτάσει η στιγμή να πουν το τελευταίο αντίο.

Στο βιβλίο της “The Top Five Regrets of the Dying: A Life Transformed by the Dearly Departing” γράφει:

«Οι ασθενείς μου ήταν εκείνοι που είχαν επιστρέψει στο σπίτι για να πεθάνουν. Μοιραστήκαμε κάποιες εξαιρετικά ιδιαίτερες στιγμές. Ήμουν μαζί τους τις τελευταίες τρεις έως δώδεκα εβδομάδες της ζωής τους. Για πολλά χρόνια εργάστηκα στην παρηγορητική φροντίδα…»

Στη συνέχεια, παραθέτει αυτά που μετανιώνουν:

1. «Εύχομαι να είχα το θάρρος να ζήσω τη ζωή που ήθελα πραγματικά, όχι αυτή που περίμεναν οι άλλοι από εμένα»
Στις τελευταίες μέρες της ζωής τους, πολλοί άνθρωποι σκέφτονται όλα όσα άφησαν ανολοκλήρωτα. Αναλογίζονται τις επιλογές τους και νιώθουν λύπη που δεν έζησαν όπως οι ίδιοι ήθελαν, επειδή φοβούνταν τι θα πουν οι άλλοι.

«Οι περισσότεροι δεν είχαν τιμήσει ούτε τα μισά από τα όνειρά τους και πέθαναν γνωρίζοντας ότι αυτό οφειλόταν στις επιλογές τους ή στην έλλειψή τους», γράφει η Γουέαρ.

Αυτό είναι μια υπενθύμιση πως δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπουμε τα όνειρά μας για χάρη των άλλων.

2. «Εύχομαι να μην είχα δουλέψει τόσο σκληρά»
Το εξαντλητικό ωράριο της δουλειάς μας συχνά μας απομακρύνει από την οικογένεια και τους φίλους. Η συνεχής προσπάθεια για επιτυχία, φήμη και χρήμα μπορεί να μας αφήσει πνευματικά άδειους και να μας στερήσει σημαντικές στιγμές.

3. «Εύχομαι να είχα το θάρρος να εκφράσω τα συναισθήματά μου»
Το να εκφράζουμε με ειλικρίνεια όσα νιώθουμε είναι κάτι που πολλοί δεν τολμούν. Συχνά σωπαίνουμε για να μη φέρουμε σε δύσκολη θέση τους άλλους, όμως τελικά πληγωνόμαστε εμείς από τα ανείπωτα λόγια και τα καταπιεσμένα συναισθήματα.

Επίσης, ντρεπόμαστε καμιά φορά να πούμε στους ανθρώπους μας πόσο πολύ τους αγαπάμε και τι σημαίνουν για εμάς — κάτι που, σύμφωνα με τη Ware, πολλοί μετανιώνουν βαθιά.

4. «Εύχομαι να είχα κρατήσει επαφή με τους φίλους μου»
Καθώς περνούν τα χρόνια, οι προτεραιότητές μας αλλάζουν. Όμως δεν πρέπει ποτέ να απομακρυνόμαστε από τους ανθρώπους που κάποτε σήμαιναν τα πάντα για εμάς.

Η Γουέαρ γράφει πως πολλοί από τους ασθενείς της συνειδητοποιούσαν τη σημασία της φιλίας μόλις στις τελευταίες τους εβδομάδες — κι εκείνη τη στιγμή, δεν ήταν πάντα δυνατό να βρουν ξανά τους φίλους τους.

5. «Εύχομαι να είχα αφήσει τον εαυτό μου να είναι πιο ευτυχισμένος»
Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε όλοι είναι ότι η ευτυχία είναι επιλογή.

«Ο φόβος της αλλαγής τους έκανε να προσποιούνται στους άλλους και στον εαυτό τους ότι ήταν ικανοποιημένοι, ενώ βαθιά μέσα τους επιθυμούσαν να γελάσουν πραγματικά», γράφει η Γουέαρ. Δεν πρέπει να αφήνουμε το φόβο να μας κρατά πίσω από το να κάνουμε όσα μάς γεμίζουν και μάς κάνουν χαρούμενους.

Στο τέλος, μετανιώνουμε μόνο για τις ευκαιρίες που δεν τολμήσαμε να πάρουμε.

Κοινοποιήστε αυτό το άρθρο στην οικογένεια και τους φίλους σας στο Facebook για να τους θυμίσετε πως η ζωή είναι σύντομη και αξίζει να τη ζήσουμε στο έπακρο.

Πέθανε αργά το βράδυ πολύ γνωστή ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου

Ντία Αβδή: Μια διακριτική παρουσία από τη χρυσή εποχή του ελληνικού θεάματος
Υπάρχουν καλλιτέχνες που το όνομά τους γράφτηκε με μεγάλα γράμματα στις μαρκίζες και άλλοι που, χωρίς να αποκτήσουν την ίδια δημοσιότητα, άφησαν το δικό τους αποτύπωμα σε μια ολόκληρη εποχή. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει η Ντία Αβδή, μια ηθοποιός που πέρασε από το θέατρο, την επιθεώρηση, το ραδιόφωνο και τον ελληνικό κινηματογράφο, συμμετέχοντας σε παραγωγές δίπλα σε μερικούς από τους πιο αναγνωρίσιμους πρωταγωνιστές της εποχής.

Από την Αμαλιάδα στον κόσμο του θεάματος
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα βιογραφικά στοιχεία, η Ντία Αβδή γεννήθηκε το 1939 στην Αμαλιάδα, ενώ ως πραγματικό της όνομα αναφέρεται το Αδαμαντία Μανωλοπούλου.

Η καλλιτεχνική της διαδρομή συνδέθηκε ιδιαίτερα με το μουσικό θέατρο και την επιθεώρηση, ένα από τα δημοφιλέστερα είδη ψυχαγωγίας της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ήταν μια εποχή κατά την οποία οι ηθοποιοί συχνά δεν περιορίζονταν σε ένα μόνο μέσο: το ίδιο πρόσωπο μπορούσε να εμφανίζεται στη θεατρική σκηνή, στον κινηματογράφο και στο ραδιόφωνο.

Η Ντία Αβδή φαίνεται πως ακολούθησε ακριβώς αυτή την πολυσχιδή διαδρομή.

Στις θεατρικές σκηνές της Αθήνας
Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1960 συναντάμε το όνομά της σε θεατρικές παραγωγές.

Το 1963 συμμετείχε στην επιθεώρηση Ντόλτσε Βίτα στην Αθήνα, σε έναν θίασο όπου βρίσκονταν σημαντικά ονόματα του ελληνικού θεάματος, όπως οι Άννα και Μαρία Καλουτά, Ορέστης Μακρής, Σταύρος Παράβας και Δέσποινα Στυλιανοπούλου.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1965, εμφανίζεται στο έργο Άνδρα θέλω, τώρα τόνε θέλω, με τον θίασο της Μάρως Κοντού, του Γιώργου Κωνσταντίνου και του Νίκου Ρίζου, ερμηνεύοντας τον ρόλο της Τασίας.

Προτεινόμενο ΆρθροΠέθανε αργά το βράδυ πολύ γνωστή ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου

Οι συμμετοχές αυτές έχουν ιδιαίτερη αξία για την κατανόηση της πορείας της. Η Ντία Αβδή δεν ήταν απλώς ένα πρόσωπο που εμφανίστηκε περιστασιακά μπροστά στην κινηματογραφική κάμερα. Είχε ενεργή παρουσία στον επαγγελματικό θεατρικό χώρο μιας περιόδου εξαιρετικά πλούσιας για το ελληνικό θέαμα.

Η Ντία Αβδή στον ελληνικό κινηματογράφο
Η δεκαετία του 1960 ήταν παράλληλα η μεγάλη εποχή του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου. Οι κινηματογραφικές αίθουσες γέμιζαν, οι εταιρείες παραγωγής δημιουργούσαν δεκάδες ταινίες κάθε χρόνο και μια μεγάλη γενιά ηθοποιών περνούσε από τη θεατρική σκηνή στη μεγάλη οθόνη.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον συναντάμε και τη Ντία Αβδή.

Στη φιλμογραφία της καταγράφονται συμμετοχές σε ταινίες όπως:

Τα Δίδυμα (1964)

Βίβα Ρένα (1967)

Δημήτρη μου Δημήτρη μου (1967)

Ο Σπαγγοραμμένος (1967)

Το Κορίτσι του Λούνα Παρκ (1968)

Η Αγάπη μας (1968)

Οι τίτλοι αυτοί αποτελούν σήμερα κομμάτι της ιστορίας του λαϊκού ελληνικού κινηματογράφου και αρκετοί εξακολουθούν να προβάλλονται στην τηλεόραση πολλές δεκαετίες μετά την πρώτη τους κυκλοφορία.

Έτσι, ακόμη και όταν το όνομα της Ντίας Αβδή δεν είναι τόσο γνωστό στο σημερινό κοινό όσο εκείνα των μεγάλων πρωταγωνιστών της εποχής, η εικόνα της εξακολουθεί να επιστρέφει μέσα από τις παλιές ελληνικές ταινίες.

Και πίσω από το μικρόφωνο
Μια λιγότερο γνωστή πλευρά της καλλιτεχνικής της δραστηριότητας ήταν η συμμετοχή της στο ραδιοφωνικό θέατρο.

Το αρχείο της ΕΡΤ διατηρεί στοιχεία από παλαιότερες θεατρικές παραγωγές του ραδιοφώνου στις οποίες συμμετείχε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ραδιοφωνική παρουσίαση του έργου Ο κύριος και η κυρία Ντάβεντρι, όπου η Ντία Αβδή αναφέρεται στον ρόλο της Ρόζας.

Η πληροφορία αυτή συμπληρώνει την εικόνα μιας ηθοποιού που εργάστηκε σε διαφορετικές μορφές της υποκριτικής τέχνης και όχι αποκλειστικά στον κινηματογράφο.

Ένα βιογραφικό με κενά και αντιφατικές πληροφορίες
Η έρευνα γύρω από τη ζωή της Ντίας Αβδή παρουσιάζει, ωστόσο, μια δυσκολία που συναντάται συχνά όταν αναζητούμε στοιχεία για ηθοποιούς που δεν βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας.

Οι πληροφορίες είναι περιορισμένες και σε ορισμένες περιπτώσεις αντικρουόμενες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σχέση της με τον επίσης ηθοποιό Απόστολο Αβδή. Σε μία βάση δεδομένων αναφέρεται ως πατέρας της, ενώ άλλες διαδικτυακές δημοσιεύσεις τον παρουσιάζουν ως σύζυγό της. Χωρίς ισχυρότερη πρωτογενή τεκμηρίωση, οποιαδήποτε από τις δύο εκδοχές δεν θα ήταν σωστό να παρουσιαστεί ως αδιαμφισβήτητο γεγονός.

Αυτό το κενό δείχνει και κάτι ευρύτερο: ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του παλιού ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου παραμένει διάσπαρτο σε προγράμματα παραστάσεων, εφημερίδες, περιοδικά, φωτογραφικά αρχεία και προσωπικές μαρτυρίες.

Μια ηθοποιός μιας ολόκληρης εποχής
Η ιστορία του ελληνικού θεάματος δεν δημιουργήθηκε μόνο από τους μεγάλους πρωταγωνιστές.

Δημιουργήθηκε και από τους δεκάδες ηθοποιούς που βρίσκονταν κάθε βράδυ στη σκηνή, συμμετείχαν στις επιθεωρήσεις, έμπαιναν στα κινηματογραφικά πλατό, έδιναν φωνή στους χαρακτήρες του ραδιοφωνικού θεάτρου και στήριζαν με τη δουλειά τους ολόκληρες παραγωγές.

Η Ντία Αβδή ήταν ένα από αυτά τα πρόσωπα.

Η παρουσία της δίπλα σε σημαντικούς καλλιτέχνες, οι θεατρικές εμφανίσεις της και οι συμμετοχές της σε ταινίες που εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της συλλογικής κινηματογραφικής μνήμης είναι αρκετές για να της εξασφαλίσουν μια μικρή αλλά ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ελληνικού θεάματος.

Και ίσως αυτός να είναι ο σημαντικότερος λόγος για να θυμόμαστε σήμερα καλλιτέχνες όπως η Ντία Αβδή: επειδή πίσω από κάθε μεγάλη εποχή υπάρχουν πολλά πρόσωπα των οποίων η ιστορία κινδυνεύει, όσο περνούν τα χρόνια, να χαθεί.

Η αναζήτηση και η καταγραφή τους δεν είναι απλώς νοσταλγία.

Είναι ένας τρόπος να διατηρείται ζωντανή η μνήμη του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.

Ειδήσεις σήμερα

Ροή Ειδήσεων