Σοβαρά ερωτήματα για τους μηχανισμούς πρόληψης περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας εντός της Ελληνικής Αστυνομίας προκαλούν οι αποκαλύψεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας μετά τη γυναικοκτονία στη Δράμα, όπου ένας 50χρονος αστυνομικός δολοφόνησε την εν διαστάσει σύζυγό του και στη συνέχεια έβαλε τέλος στη ζωή του.
Το έγγραφο της ΕΛ.ΑΣ. που προειδοποιούσε για ανάλογες τραγωδίες
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύει ο δημοσιογράφος Βασίλης Λαμπρόπουλος στα «ΝΕΑ» και στο in.gr, μόλις έναν μήνα πριν από το τραγικό περιστατικό είχε εκδοθεί εσωτερικό έγγραφο της ΕΛ.ΑΣ. το οποίο περιλάμβανε οδηγίες για την πρόληψη αντίστοιχων περιστατικών βίας από ένστολους σε βάρος συζύγων, συντρόφων ή συγγενικών τους προσώπων. Το συγκεκριμένο έγγραφο, με ημερομηνία 12 Μαΐου 2026, περιέγραφε αναλυτικά τη διαδικασία που ακολουθείται όταν αστυνομικός καταγγέλλεται για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας. Μεταξύ άλλων προβλεπόταν η παραπομπή σε ειδικές επιτροπές αξιολόγησης, καθώς και η δυνατότητα αφαίρεσης του υπηρεσιακού οπλισμού όταν κρίνεται αναγκαίο.
Ωστόσο, στην περίπτωση της Δράμας, όλα δείχνουν πως ο μηχανισμός αυτός δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ. Οι πρώτες πληροφορίες από την έρευνα αναφέρουν ότι δεν υπήρχε επίσημη καταγγελία, μήνυση ή αναφορά εις βάρος του αστυνομικού που αργότερα προχώρησε στη δολοφονία της 45χρονης συναδέλφου και εν διαστάσει συζύγου του. Αυτό φαίνεται να αποτελεί και τον βασικό λόγο για τον οποίο δεν κινήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες ελέγχου και αξιολόγησης που περιγράφονταν στο σχετικό έγγραφο της ΕΛ.ΑΣ.
Την ίδια στιγμή, νέα στοιχεία που εξετάζονται από τις Αρχές αφορούν τις επαφές που φέρεται να είχε το ζευγάρι με ψυχολόγο της Ελληνικής Αστυνομίας. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, τόσο η γυναίκα όσο και ο μετέπειτα δράστης είχαν απευθυνθεί ξεχωριστά στον συγκεκριμένο επιστήμονα το τελευταίο διάστημα, καθώς αντιμετώπιζαν προβλήματα στη σχέση τους και βρίσκονταν ήδη σε διάσταση. Ωστόσο, οι συναντήσεις αυτές φαίνεται πως πραγματοποιήθηκαν εκτός του επίσημου υπηρεσιακού πλαισίου και όχι κατόπιν παραπομπής από την υπηρεσία τους.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, ο ψυχολόγος δεν ενημέρωσε τις αρμόδιες αστυνομικές υπηρεσίες για όσα συζητήθηκαν στις συνεδρίες, επικαλούμενος το ιατρικό απόρρητο και το γεγονός ότι οι δύο αστυνομικοί είχαν απευθυνθεί σε εκείνον ως ιδιώτες. Το ζήτημα αυτό βρίσκεται πλέον στο μικροσκόπιο της έρευνας, καθώς εξετάζεται αν υπήρχαν ενδείξεις που θα μπορούσαν να είχαν σημάνει έγκαιρα συναγερμό. Πηγές αναφέρουν ότι η γυναίκα φέρεται να ακολουθούσε φαρμακευτική αγωγή, ενώ ερευνάται και η ψυχολογική κατάσταση του δράστη το διάστημα πριν από το έγκλημα.
Από την πλευρά του, ο ψυχολόγος φέρεται να υποστήριξε ότι δεν είχε διαπιστώσει σοβαρή ψυχική διαταραχή που να δικαιολογεί ενημέρωση της υπηρεσίας ή λήψη έκτακτων μέτρων. Η τραγωδία έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται οι ένστολοι που φέρουν όπλο, αλλά και για το κατά πόσο λειτουργούν αποτελεσματικά οι δικλείδες ασφαλείας που έχουν θεσπιστεί τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., περίπου 1.700 αστυνομικοί υποβάλλονται κάθε χρόνο σε ψυχιατρικό έλεγχο προκειμένου να διαπιστωθεί αν μπορούν να συνεχίσουν να φέρουν οπλισμό. Από αυτούς, ένα ποσοστό που προσεγγίζει το 10% κρίνεται ακατάλληλο και παραδίδει το υπηρεσιακό του όπλο. Παράλληλα, δεκάδες ένστολοι παραπέμπονται ετησίως για επιπλέον αξιολόγηση ύστερα από περιστατικά επιθετικής συμπεριφοράς ή αναφορές συναδέλφων και προϊσταμένων.