Υπέκυψε στα τραύματά της δύο ημέρες μετά τον θάνατο του αρχιτέκτονα του θεοκρατικού καθεστώτος
Υπέκυψε στα βαρύτατα τραύματά της η Μανσουρέ Χοτζαστέχ Μπαγερζαντέχ, σύζυγος του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, σύμφωνα με όσα μετέδωσε το κρατικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο Press TV. Όπως αναφέρθηκε, τραυματίστηκε σοβαρά κατά τη διάρκεια αμερικανοϊσραηλινών αεροπορικών επιδρομών και «έγινε μάρτυρας», όπως χαρακτηριστικά μετέδωσε το ιρανικό μέσο.
Η είδηση του θανάτου της έρχεται δύο ημέρες μετά τις επιθέσεις που, σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, οδήγησαν και στη δολοφονία του 86χρονου Χαμενεΐ, αρχιτέκτονα του σκληρού θεοκρατικού καθεστώτος. Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιβεβαίωσε τον θάνατο, χαρακτηρίζοντάς τον «δικαιοσύνη» για όσους επηρεάστηκαν από τη διακυβέρνησή του.
Μια ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας
Η Μανσουρέ Χοτζαστέχ Μπαγερζαντέχ γεννήθηκε το 1947 στη Μασάντ, μία από τις σημαντικότερες και μεγαλύτερες πόλεις του Ιράν. Προερχόταν από διακεκριμένη και βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια. Ο πατέρας της, Μοχάμεντ Εσμαΐλ Χοτζαστέχ Μπαγερζαντέχ, ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας, με έντονη παρουσία στην τοπική κοινωνία.
Παρά το γεγονός ότι έζησε στο πλευρό ενός από τα ισχυρότερα πολιτικά και θρησκευτικά πρόσωπα της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η ίδια επέλεξε να διατηρήσει χαμηλό δημόσιο προφίλ. Σπάνια εμφανιζόταν σε επίσημες εκδηλώσεις και απέφευγε συστηματικά οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση ή δημόσια τοποθέτηση.
Ο γάμος με τον Χαμενεΐ
Η γνωριμία της με τον Αλί Χαμενεΐ έγινε το 1964, σε ιδιωτική εκδήλωση. Το ζευγάρι παντρεύτηκε έναν χρόνο αργότερα, το 1965. Σύμφωνα με πληροφορίες, το θρησκευτικό κήρυγμα του γάμου τους εκφώνησε ο σεβαστός κληρικός Μοχάμεντ Χάντι Μιλάνι, γεγονός που υπογράμμιζε τη σημασία της ένωσης αυτής για τον θρησκευτικό κύκλο της εποχής.
Ο Αλί Χαμενεΐ
Ο γάμος τους διήρκεσε πάνω από έξι δεκαετίες. Στα 62 χρόνια κοινής πορείας, η Μπαγερζαντέχ στάθηκε στο πλευρό του συζύγου της σε περιόδους έντονης πολιτικής αναταραχής, ακόμη και κατά την κράτησή του από το καθεστώς του Σάχη πριν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των χρόνων, παρέμεινε αφοσιωμένη στην οικογένεια και στα θρησκευτικά της καθήκοντα.
Οικογένεια και παιδιά
Η Μανσουρέ Χοτζαστέχ Μπαγερζαντέχ και ο Αλί Χαμενεΐ απέκτησαν έξι παιδιά – τέσσερις γιους και δύο κόρες. Η οικογένεια διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο πολιτικό και θρησκευτικό κατεστημένο της χώρας, με ορισμένα από τα παιδιά τους να διατηρούν ενεργή παρουσία στον δημόσιο βίο.
Ωστόσο, οι πρόσφατες επιθέσεις φαίνεται πως έπληξαν καίρια και τον στενό οικογενειακό τους κύκλο. Σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων Fars News Agency, η κόρη, ο γαμπρός και μία εγγονή του Χαμενεΐ σκοτώθηκαν στις επιθέσεις. Η νύφη που αναγνωρίστηκε είναι η Zahra Haddad Adel, σύζυγος του Μοτζταμπά Χαμενεΐ, ενώ οι ταυτότητες άλλων θυμάτων δεν έχουν επιβεβαιωθεί επίσημα.
Πολιτικές και στρατιωτικές απώλειες
Οι επιθέσεις που σημειώθηκαν το Σάββατο είχαν, σύμφωνα με διεθνή μέσα, βαρύτατο απολογισμό για την ιρανική ηγεσία. Πηγές που επικαλέστηκε το Reuters αναφέρουν ότι μεταξύ των νεκρών συγκαταλέγονται ο υπουργός Άμυνας του Ιράν Aziz Nasirzadeh και ο διοικητής των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης Mohammad Pakpour.
Η κλιμάκωση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο έντασης μεταξύ Τεχεράνης, Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ, με τις εξελίξεις να παραμένουν ραγδαίες και αβέβαιες.
Μια σιωπηλή παρουσία στην κορυφή της εξουσίας
Παρά τις καταιγιστικές εξελίξεις, η Μανσουρέ Χοτζαστέχ Μπαγερζαντέχ θα μείνει στη μνήμη πολλών ως μια διακριτική, σιωπηλή παρουσία στο πλευρό ενός από τους πιο ισχυρούς άνδρες της Μέσης Ανατολής. Δεν ανέλαβε ποτέ επίσημο ρόλο ούτε επεδίωξε δημόσια επιρροή.
Η ζωή της υπήρξε στενά συνδεδεμένη με τις δραματικές καμπές της σύγχρονης ιρανικής ιστορίας. Από τα χρόνια της επανάστασης έως τη μακρά περίοδο της ηγεσίας Χαμενεΐ, παρέμεινε στη σκιά, επιλέγοντας τον ιδιωτικό δρόμο σε μια εποχή δημόσιων συγκρούσεων.
Ο θάνατός της σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής όχι μόνο για την οικογένεια Χαμενεΐ αλλά και για ένα κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας του Ιράν, που γράφτηκε συχνά πίσω από κλειστές πόρτες.